Κυριακή, 13 Μαΐου 2018

Η Φιγενού


Η Φιγενού

Η Φιγενού,  αρκόντισσα πάς  στο Βουνό, τα σπίτια της Ρήγαινας πιο πάνω, την φώναζαν μια Ρήγαινα του Βουνού, μια Φιγενού του κάμπου, έτσι που απλωνόταν από το χωριό κάτω όλη η χώρα, ένα φωσάκι θέαμα, τα βράδια σαν καθόμασταν με τον παππού κάτω από την κληματαριά, δίπλα στο φούρνο.

Η μάνα της την αγαπούσε, με παλικάρια φύλακες, άλλοι στην ιστορία, άλλοι στο μύθο, ο Τεύκρος, κι ο Ονήσιλος κι ο Ευαγόρας ο μεγάλος κι ο μικρός αργότερα, που άγιασε στο σχοινί, ήταν όμως κι άρρωστη και φωροκώσταινα, μ’ ένα πνεύμονα τι να σου κάνει, πόσο να την προσέχει, τότε που κυκλοφορούσαν δράκοι στα χωριά και στις χωματερές της πόλης, σαρακηνοί και τούρκοι κι εγγλέζοι, την αγαπούσε ο Βένετος, την πήρε για λίγο αγκαλιά, τ’ άκουσε ο σουλτάνος, φυσάει τα καράβια του να κατεβούν, μια στη Λεμεσό οι εγγλέζοι, στη Σκάλα στην Αμμόχωστο και στην Κερύνεια, την κατατρώει και τον γδέρνει τον Μαρκαντώνιο, αρπάζει τη Φιγενού, του φεύγει μες στο πλοίο μες στο κάτεργο, φωτιά μπαρούτι, Μαρία η Συγκλητική ονομάστηκε, αγόρασε ταυτότητα μισοτιμής από  κομπιναδόρους, κι ύστερα από χρόνια, πάλι χωρίς μάνα, την πουλά μια νύχτα μουλλωτή ο σουλτάνος στον εγγλέζο, πολύ κύριος το έπαιζε, ένας αλήτης των νυχτών και της καμιάς ημέρας, κι έτσι, ύστερα από τις σφαγές του Ιούλη του 21 άρχισε αυτός τις κρεμάλες του 55, κι η μάνα θωρούσε, κάπου λίγο πριν είχε μιλήσει για τον ένα της πνεύμονα, και τώρα, ο σουλτάνος, ένας νεοσουλτάνος αυτός, μαζί με τη βασίλισσα της Αγγλίας, θα παρακαθήσουν λέει σε γεύμα, σε συνομιλίες, μια και δεν υπάρχει Ρήγαινα μήτε Φιγενού, αλλά αυτοί είναι εγγυητές της ύπαρξής της, να τα βρουν λέει, χωρίς τη μάνα της, δεν είναι ανάγκη, αυτοί ξέρουν καλύτερα, λίγο παραπάνω από πιωμένοι, βλέπουν τη μια τη Φιγενού διπλή, η Φιγενού τζι η Εμινέ, κι έτσι μοιράζουν θάλασσες στεριές, νερά χώμα κι αέρια, πιωμένοι μεθυσμένοι.