Σάββατο, 17 Φεβρουαρίου 2018

Η ΚΙΘΑΡΑ

Η ΚΙΘΑΡΑ
Επί των ποταμών Βαβυλώνος εκεί εκαθίσαμεν και εκλαύσαμεν, λέει το τραγούδι τους, θυμηθήκαμε την πόλη μας την αγαπημένη, σκλάβοι τώρα στα χέρια τους, κάτσαμε κοντά στον ποταμό, μας άφησαν λίγο να ξεκουραστούμε, κι ήρθε, πείτε μας κανένα τραγούδι της πατρίδας σας, λέει, σηκώνεται ο πιο γέρος, και πώς να σου τραγουδήσουμε μακριά από τα άγια χώματα, λέει, δεν μπορούμε, να ξεραθεί το χέρι μου ν’ αγγίξω κιθάρα, να κολληθεί η γλώσσα μου στο λάρυγγά μου πόλη γλυκιά μου, αν δε σε θυμηθώ, αν ποτέ σε ξεχάσω, κι εκείνοι κάθονταν στα κεντράκια στην παραλία, λίγο πιο κάτω το κάστρο, κατάτρωγαν κατάπιναν  ξηρά και θάλασσα, φόρεσαν τα ρούχα μας, μοιράστηκαν τα υπάρχοντά μας, και τώρα περιμένουν τα τραγούδια μας, αν παν στα καρναβάλια θα τ’ ακούσουν. Κι εκεί στα λατομεία στη Σικελία, που μας έριξαν αιχμάλωτους, ύστερα από το μεγάλο φονικό στον ποταμό, μπόχα και δυσωδία, νεκροί και ζωντανοί, τι γράφουμε, την ώρα που τα’ πε όλα αθάνατος ο Θουκυδίδης, κι όμως από τις εφτά χιλιάδες σώθηκαν μερικοί,  γιατί ήξεραν να τραγουδούν από τις τραγωδίες του Ευριπίδη χορικά , κι είχαν αποστηθίσει στίχους από τα έργα του, και τα’ λεγαν στους αφεντάδες τους, φτάνοντας στην Αθήνα τρέχουν στο θέατρο, πέφτουν στα πόδια του μεγάλου τραγωδού σωτήρα μας, κλάμα ο Ευριπίδης, μεγάλη δόξα. Κι ο Τομπόλης, του κλεψαν  τα πάντα εκεί στο λιμάνι, κάθισε περίλυπος σ’ ένα παγκάκι, και πώς να πάω τώρα στην πατρίδα, χωρίς λεφτά χωρίς διαβατήριο, με την κιθάρα στον ώμο, και τον βλέπει ένας καπετάνιος ιταλός, για έλα δω, ξέρεις και την χαϊδεύεις και την κελαδάς, ξέρεις και τραγούδια να σε πάρω στο καράβι, μαζί να ταξιδεύουμε, στην πατρίδα πάω, να σε πάρω, και μας τον φέρνει και να το λέει στην τάξη ένα καμάρι, μια νοσταλγία, ενώ τα καράβια τα τούρκικα γυροφέρνουν Αιγαίο και Κύπρο, αυτοί δεν ξέρουν από κιθάρα, τα όπλα θα τους φάνε. Αμήν.

Στέλιος Παπαντωνίου