Τρίτη, 15 Αυγούστου 2017

Εωθινό πρώτο

ΕΩΘΙΝΟ ΠΡΩΤΟ
Ήταν μικρές εικόνες, τις είχαμε πάνω από τη μικρή αγία Τράπεζα, δεν καλόβλεπες το περιεχόμενο, αρχαίες, μαύρες κατάμαυρες μα μεγάλης αξίας, ήταν και μια που ξεχάστηκε, στις πολλές μετακινήσεις από κει από δω μη μας τις πιάσουν οι τούρκοι μαζί με τα άλλα ιερά και όσια, βρέθηκε δίπλα, στη Χρυσαλινιώτισσα, μα εσύ δεν ανήκεις σε καμιά οικογένεια της ενορίας, είπε ο παπάς που ήξερε πάππου προ πάππου τις γειτόνισσες και τους γείτονες, παιδιά σκυλιά γατιά, να πας να βρεις τους δικούς σου, και μας την έφεραν, κάμαμε βέβαια κι εμείς τα δέοντα, τους ευχαριστούμε, δεν χάνεται η εκκλησιά δεν χάνεται η γειτονιά ύστερα από τόσες επιθέσεις των οχτρών παντός είδους εμείς εκεί,  στο καμπαναριό και στην ελληνική σημαία μας, ενώ τα παιδιά στην Ευρύχου περίμεναν πάντα πρωινά πρωινά να κινήσουν για το εωθινό, για το όρος εκεί ψηλά που έπεσε ο Μάρκος Δράκος, ενθουσιασμός, λαχτάρα, ανάπνεαν τον καθαρό αέρα, να κάτσουν να τα πουν λίγα και καλά να τους μένουν, ο δάσκαλός τους ήταν ένας ήρωας, έπεσε για την πατρίδα το 57 στα Σκληνίτζια  κι είχε να τους διδάξει όχι γνώση κατανόηση αλλά την εφαρμογή των όσων θεωρητικά αποστήθιζαν για να περάσουν τις εξετάσεις, εδώ δεν μπορούσαν να δουν από το διπλανό τους,  εδώ ήταν σώμα και αίμα για τον τόπο, δεν ήταν τα σιδερά όπλα αυτοσχέδια, ήταν η άυλη ψυχή του Λευκάτη που βροντούσε κι άστραφτε τις νύχτες του χειμώνα εκεί ψηλά, φώτιζε τα σκότη, την άλλη μέρα έρχονταν στο σχολείο άλλοι άνθρωποι με μια λάμψη στα πρόσωπα.  Ύστερα κατέβαιναν για τις παρελάσεις, τον πανηγυρικό, τις δοξολογίες, εν δυο μπροστά στο διευθυντή, τον ιερέα, τον κοινοτάρχη, το δέσποτα, τους καθοδηγούσε ο Μάρκος, μαζί σας πάντα, τους έλεγε, μη φοβάστε, εγώ είμαι, έργα κι όχι λόγια, και φέρτε όσους μπορείτε στον Ιορδάνη, το καλοκαίρι θέλει τη δροσιά του εδώ θα τη βρείτε, το νερό πολύ.
Τα άκουσε ο Ματθαίος στο τελωνείο, τα έλεγαν μεταξύ τους όσοι τα έζησαν, όταν περνούσαμε κάτω από τα άγρυπνα βλέμματά τους περιμέναμε να μας φωνάξουν, για έλα εσύ, άνοιξε τη βαλίτσα και τι είναι τούτο και τι είναι κείνο, μην έχεις ηλεκτρικά είδη, στον Πειραιά ήταν άλλο πράμα, που ήξεραν και τα χαλούμια και τα κουτιά τα γάλατα, καλά τώρα κάθονται άνετοι κι εκείνοι κι εμείς,  τα έγραψε λοιπόν ο τελώνης, τα πήραν ύστερα οι αυτοκράτορες του βυζαντίου, άλλος τα εξαποστειλάρια, άλλος τα δοξαστικά, Λέων ο Σοφός, Κωνσταντίνος ο Πορφυρογέννητος, μέσα στην ησυχία του παλατιού, με την ποίηση και τη μουσική τους, εμείς ακόμα τα ψάλλουμε, εκτελούμε, αξέχαστος ο πρώτος δίσκος του Περιστέρη, μητροπολιτικός ναός Αθηνών, τι αρχοντιά, απλότητα χωρίς ακκισμούς και χαριεντισμούς, χαιρόμαστε, θαυμάζουμε, περηφανευόμαστε μαζί με το στίχο τη μουσική, μαζί με τους μοναχούς και τις καλογριές όλου του κόσμου, που τα διέσωσαν.
Τόσα και τόσα παράξενα πιστεύετε, γιατί διστάζετε; Οι δε εδίστασαν. Τι να πούμε εμείς;

Στέλιος Παπαντωνίου