Παρασκευή, 25 Αυγούστου 2017

ΕΩΘΙΝΟΝ ΕΝΔΕΚΑΤΟΝ

Μια παρεξήγηση, κι ο ίδιος θυμάται, τον κόκορα που έκραξε, όλοι εκεί στην αυλή, μόλις μας έδωσε τα γραπτά, κάτω από τη βάση, βγαίνουμε διάλειμμα, τα βάλαμε κάτω από  την κληματαριά, Παγκύπριο Γυμνάσιο, παράρτημα αγίου Κασσιανού, ένα σπίρτο ρε παιδιά, κι αρχίσαμε να χορεύουμε σαν μάου μάου, εκείνα να καίγονται, μας είδε από το παράθυρο του γραφείου, δεν είπε τίποτε, κατάλαβε, κι ο Πέτρος, σαν λάλησε τρις το κοκόρι, βγήκε έξω και έκλαυσε πικρώς, το απροβίβαστος έμεινε.

‘Επρεπε όμως να περάσει το μάθημα, έστω προφορικά, ο δάσκαλος στην έδρα, αυτός στο θρανίο, μ’ αγαπάς μια φορά, ναι, βόσκε αρνιά. Μ’ αγαπάς δυο, βόσκε πρόβατα, βοσκός να γίνεις. Μ’ αγαπάς τρεις, λυπήθηκε το πετραδάκι, βόσκε πρόβατα, μ’ αφού το ξέρεις πως σ’ αγαπώ, τι με παιδεύεις, μια γίδα την είχε η παπαδιά κι ο Σαββής τα πρόβατα, τόσα στόματα να ταΐσει.

Ελπίζω να ξέρεις και το παραμύθι του Οιδίποδα, λέγε, στην αρχή με τα τέσσερα, κι ύστερα με τα δυο, στο τέλος πάλι με τα τρία, η σφίγγα περίμενε το θάνατό της, εκεί μπροστά στις πύλες της πόλης, για το θάνατό σου λέω. Καλά απλώνεις τώρα τα χέρια, μονάχος, και μου φοράς τα μπλου τζιν, αύριο θα σου φέρουν καμιά νοσοκόμα, να σε προσέχει, να σε ντύνει, να σε ζώνει, να σε παίρνει όπου δεν θέλεις, κοίτα τη μάνα μου, με ολάνοιχτο το στόμα, η δόξα του θανάτου σου.

Έλα πάμε! Και βλέπει να’ ρχεται κι ο Γιάννης, ο φίλος  ο ηγαπημένος, ε, τούτος γιατί;  Και τι σε νοιάζει αν έρχεται ή αν δεν; Κι αν του’ πα να μείνει ώσπου να’ ρθω, δεν γίνονται έτσι οι αθάνατοι. Κι οι άλλοι  το  έπλεκαν το τρικό παραμύθι, σε αγάπη τον έχει, δεν θα πεθάνει, ένα τέλειωνε τρικό άλλο άρχιζε, δουλευταρού που ήταν. Και ποιος σας είπε, πως σε μια ηλικία οι άνθρωποι δεν θέλουν τον θάνατό τους, αποθανείν θέλω, μόνο η Σίβυλλα ζήτησε;

Δεν είχαν χρόνο για διαλόγους, πολλά είχε να γράψει, στον υπολογιστή τα περνούσε μη χάνονται, μια τεράστια καρδιά, ένας έξυπνος άνθρωπος, τυχερός όπως όλοι, έζησε τόσα κοντά Του, κι ακόμα εκεί στο τραπέζι, το μυστικό  με τους δώδεκα, και φίλε μου ποιος ο προδότης, μυρίζει ακόμα το στήθος του, τον έχει κατάκαρδα, τον κουβαλεί στα βιβλία, στις πένες, προπάντων μες στην καρδιά, και μένει αθάνατος, όποιος τον έχει μες στην καρδιά.

Κι έτσι τελειώνει το μελάνι μ΄ ένα μεγάλο: « τα γραφόμενα βιβλία Αμήν».

ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ