Πέμπτη, 31 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΠΡΟΟΟΙΜΙΟ ΤΗΣ ΟΔΥΣΣΕΙΑΣ

Το προοίμιο της Οδύσσειας
Για τις εξετάσεις στο Γυμνάσιο, ειδικό το Γιωρκούι ή Αγιωρκούι, το σπίτι του μικρό, σφηνωμένο ανάμεσα στα δημοτικά σκολειά, αρρεναγωγείο κοντά στο τείχος, παρθεναγωγείο κοντά στα σπίτια μας, κατεβαίναμε σκαλιά, έξι εφτά, αριστερά πεζούλι, ξύλινο παραπέτασμα μπακλαβωτό, δυο μέτρα κάτω από το δρόμο, μπροστά μικρή αυλή, δεξιά το σπιτάκι, άνδρα μοι έννεπε Μούσα, τετάρτη Γυμνασίου, στα αρχαία αρχαία, σιγά σιγά κουβεντιάζαμε με τον παππού, ευκολότερο τον απαντούσαμε στη γλώσσα του παρά στις μεταφράσεις, μετρούσαμε λέξεις ίδιες, αρχαία νέα, ζαργάνα μου ελληνική μου γλώσσα, σφύζουσα ολοζώντανη παράδεισε πανάρχαιε και παντογνώστη.
Ανάβαμε κερί, παρακαλούσαμε τη Μούσα, στα πανηγύρια ο ποιητάρης, αλώνι έξω από την εκκλησιά, στεκόταν σ’ ένα ύψωμα, σε μια αυτοσχέδια σκάλα,  κάποτε και με χωνί στο χέρι, να δρώνει να ξεδρώνει,  Θεέ μου τζιαι βοήθα μου, γύρω πωρικά, φούρνοι για οφτόν, άνθρωποι και κτήνη, καζαντί, παράδοση ζωντάνιας, καρδιάς, φωνής, ανθρωπιάς, με τις βράκες.
Το ιερόν πτολίεθρον της Τροίης ήταν εκεί μπροστά μας, καμένο το 1974, και το σπιτάκι και το εκκλησάκι και τα σχολεία, ο δούρειος ίππος ήταν από καιρό στην πόλη, κατέβαινε από την Τουρτζιά  ως δάσκαλος, έμπορος, ψιλικατζής, περιπτεράς, κι ήταν των μυστικών υπηρεσιών της σουλτάνας, στα μαγειρεία της καθάριζε πιάτα, σφουγγάριζε, και μάθαινε και δίδασκε πώς να κλαίει μασώντας τους άλλους.
Ιερόν,  η ίδια η ζωή μας, ο τόπος εν ο άδρωπος, τον τόπο τον γερήμωσαν, οι γυναίκες κατέβηκαν μια μέρα από τον άι Κασσιανό, γέμισαν την εκκλησιά, ξεχείλισαν, έκαμαν γιούργια στο εκκλησάκι, στα σχολεία, μάτωσαν στο συρματόπλεγμα, ήταν κάποτε καιροί, οι γυναίκες επιστρέφουν, ύστερα πέρασαν από σεμινάρια, δεν επέστρεψαν, έμειναν οι φωτογραφίες κι οι μνήμες κι οι δεσποτάδες φυλακή.
Κι αυτός ίδεν άστεα, σε παλιά ελληνικά κινηματογραφικά έργα, ο θείος από την Αμέρικα, από το Σικάγο, τη Νιουγιορκ, με μια πουκαμίσα λουλουδιασμένη, με τη φωτογραφική μηχανή έβλεπε, επίδειξη στα σλάιτς, στο πανί, ποιος τα θυμάται, παλιοτεχνολογία κι οι λοιποί, με το θαυμαστικό στο στόμα.
Μα οι φίλοι δεν σώθηκαν, εμείς δεν σωθήκαμε, τι φάγαμε τι μας τάισαν, σφετέρησιν ατασθαλίησιν όλοντο, κάμαμε κι εμείς πολλά, πληρωμένο σύνθημα, τ ’ άκουσε  κι ο Όμηρος το κότσαρε στους πρώτους στίχους του, ό τι παθαίνει ο άνθρωπος εν που την τζιεφαλήν του, αυτό μάλιστα, τουλάχιστον έφαγαν τα βόδια και τους έμειναν, να πεθάνουν νήπιοι και χορτάτοι, τι έκαμες στον πόλεμο μπαμπά, ξεχνά τον Ποσειδώνα.
Μια και δυο, τους διώχνει από τον παράδεισο, κάθισαν κι αυτοί έξω, τους άρεσε από μικρούς το νόστιμον ήμαρ, έμεινε το νόστιμο, κι ο νους τους γύριζε με το ποδήλατο σε νόστιμα κορίτσια της Λευκωσίας και των περιχώρων.

Όμως εσύ τα ξέρεις καλύτερα, αγιωργκούδι μου, πες τα και σ’ εμάς και μη κομπιάζεις, άρχισε να τα λες από όπου θέλεις, με λόγια δικά σου, με τη βουλή σου, να γράψουμε κι εμείς κάτι, προοιμιακά.