Τρίτη, 29 Αυγούστου 2017

ΤΟ ΛΟΓΟΤΕΧΝΙΚΟ ΤΗς Γ΄ΛΥΚΕΙΟΥ

Το 1914 ξέσπασε ο Α΄ Παγκόσμιος Πόλεμος. Ο Βενιζέλος θέλησε να ενταχθεί η Ελλάδα στον πόλεμο άνευ όρων στο πλευρό της Αντάντ. Ο Κωνσταντίνος όμως αξίωνε την με όρους και εδαφικά ανταλλάγματα έξοδο της χώρας στο πλευρό των Αγγλογάλλων. Οδήγησε σε παραίτηση δύο φορές τον Βενιζέλο ο οποίος έφερε Αγγλογαλικά στρατεύματα στην Βόρεια Ελλάδα. Τελικά ξεσπάσε το Κίνημα της Εθνικής Άμυνας στη Θεσσαλονίκη το 1916, διασπώντας έτσι την Ελλάδα σε δύο κράτη. Ο Εθνικός Διχασμός έληξε όταν οι Αγγλογάλλοι εκδίωξαν τον Κωνσταντίνο και ενοποίησαν την Ελλάδα υπό το Βενιζέλο. Στο θρόνο ανέβηκε ο Αλέξανδρος. Η επίσημη συμμετοχή της Ελλάδας στον Πόλεμο είχε ως αποτέλεσμα τη συνθηκολόγηση της Βουλγαρίας το 1918. Η Ελλάδα συμμετείχε και στην αποτυχημένη εκστρατεία στη Κριμαία.
Με το τέλος του πολέμου η Ελλάδα ήταν στο πλευρό των νικητών. Η Συνθήκη των Σεβρών (1920) παραχωρούσε στην Ελλάδα τη Δυτική και Ανατολική Θράκη, τα νησιά Ίμβρο και Τένεδο, επικύρωνε την κυριαρχία της στα άλλα νησιά του Αιγαίου που κατείχε από το 1913 και εμπιστευόταν τη διοίκηση της περιοχής της Σμύρνης στο Ελληνικό κράτος. Οι κάτοικοι της περιοχής θα ψήφιζαν μετά από πέντε έτη να δηλώσουν αν προτιμούν την Ένωση με την Ελλάδα ή την παραμονή τους στην Τουρκία. Ώστοσο δεν ίσχυσε ποτέ επειδή δεν εγκρίθηκε από κανένα κοινοβούλιο των χωρών της Αντάντ, ούτε και της Ελλάδος.
Στην Μικρά Ασία η Ελλάδα είχε να αντιμετωπίσει τον Μουσταφά Κεμάλ. Ο θάνατος του Αλέξανδρου, η ήττα του Βενιζέλου στις εκλογές του 1920 και η επιστροφή του Κωνσταντίνου ήταν οι αφορμές των Συμμάχων για να οδηγήσουν την Ελλάδα σε διπλωματική απομόνωση. Η Μικρασιατική εκστρατεία διήρκεσε μέχρι το 1922 και έληξε με την ήττα της Ελλάδας. Ακολούθησε η ανταλλαγή πληθυσμών ανάμεσα στην Ελλάδα και την Τουρκία. Η ιδεολογία της Μεγάλης Ιδέας έπαψε να υπάρχει.

Κάπου εκεί στην Αθήνα γύρω στα 1920 ήταν ένα παιδί καλό και φτωχό, διαβαστούρα, κι είχε ένα φίλο πλούσιο, κι επειδή ήταν ο καιρός που ο Νίτσε γέμιζε τα μυαλά των μικρών και αδυνάτων, νόμισε πως κι ο Αγγελος, το καλό παιδί, θα γινόταν κακός, και ήθελε να σκοτώσει το φίλο του τον πλούσιο που ονειρευόταν Παρίσια, τον Νίκο, ενώ εκείνος στο σπίτι είχε μια μάνα θλιβερή ύστερα από το χαμό και της κόρης της, έχασε δυο μικρά παιδιά, αρρώστιες την εποχή εκείνη, φθίσι προπάντων, ο πατέρας του άνεργος και προπάντων φτωχός και οικονόμος να τα βγάλουν πέρα, και μια νύχτα που περίμενε στο σπίτι το φίλο του τον Νίκο, άφησε ένα σκαλοπάτι ξεκάρφωτο να δώσει κάτω να σκοτωθεί ο πλούσιος Νίκος, αλλά μόλις πλησίασε,  ο Άγγελος έτρεξε να τον ειδοποιήσει τον Νίκο,  να μην προχωρήσει μην  πάθει κακό, κι ο καλός έμεινε καλός, κακός δεν έγινε. Και να διαβάζετε, να περάσετε τις εξετάσεις κι όχι να μένετε αδιάβαστοι σαν τον πλούσιο, που όλο έβρισκε δικαιολογία τους δήθεν πονοκεφάλους, αλλά ήταν πλούσις. Να διαβάζετε σαν τον φτωχό τον Άγγελο και να σας θαυμάζουν που μιλάτε ωραία, αλλά θα μείνετε φτωχοί!!!
Ντάξει! Το παιδί ο φτωχός στα δώδεκα καθόταν έξω από την Αθήνα, περπατούσε καμιά ώρα για να πάει σχολείο, κάπου εκεί στη Πλάκα, με καμιά φέτα ψωμί στην τσέπη, μια μέρα τους είπαν να ετοιμαστούν για να πάνε στο στάδιο να δουν τον βασιλέα, κι η μαμά κάθισε όλη νύχτα να αναπαλαιώσει τα παλιοφορέματα του γιου της, αλλά όταν στάθηκαν στη γραμμή, ο δάσκαλος τον έβγαλε έξω, δεν ήταν καλοντυμένο, -θυμάστε την εκδρομή του Δημητρού; Τι ωραίο!- τα ωραία της εκπαίδευσης, βιτρινιό ε βιτρινιό, κι ύστερα άρχισαν τα αδέλφια να πεθαίνουν, πρώτο ένα σερνικό, κατάλαβαν πως η φτώχια κάνει κακό, ερχόταν ο γιατρός στο σπίτι, έπαιρνε τη βίζιτα, άσε να δούμε, κι ύστερα η αδελφή, στο νοσοκομείο, κάτι σαν αυτά που ακούμε να συμβαίνουν και σήμερα στο κλεινόν άστυ, κι ο πατέρας θεοφοβούμενος, όλους τους μακαρισμούς, μακάριοι ε μακάριοι οι φτωχοί τω πνεύματι! Και ο φτωχός νέος είχε γίνει το κοιμητήριο των αδελφιών του!
Ως εδώ, τυχερούληδες, εικοσιπέντε σελίδες σας είπα με λόγια δικά μου!
‘’’’’’’’’’’’’’’’’’’’’
Κεφάλαιο ΙΙΙ βρισκόμαστε στα 1918 η Ελλάδα στην Πόλη, στρατεύματα, ο κόσμος το χαίρεται, η γρίπη θερίζει, ο Παστέρ την καταπολεμεί, ο Άγγελος, το στερημένο παιδί του καιρού του, τα παιδιά συναντώνται στο δρόμο, ο Άγγελος ερωτευμένος με τη Δάφνη που θέλει τον Νίκο, αποφασίζει η ομάδα να πάνε στο σπίτι του Νίκου, το αρχοντικό των Στέργηδων, γνωρίζουμε τον πατέρα Λύσαντρο, τη γιαγιά Αριάδνη, την αδελφή του Νίκου Τζένη, το πλουσιοκόριτσο που σκέφτεται πως το τέλος του πολέμου μπορεί να μη συμφέρει στην οικογένεια, και πώς θα πάει βόλτα στο Παρίσι; Κρασοκατάνυξη, ο Άγγελος γυρνά αργά στο σπίτι μεθυσμένος. Κάτσε τώρα να σε ρωτά για τους ανθρώπους που κερδίζουν από τους πολέμους, άκου πράματα!
Τέταρτον κεφάλαιον
Τέλειωσε ο α΄ παγκόσμιος πόλεμος, μην το ρίξετε στην Ιστορία, μην παρασύρεστε, μυθιστόρημα διαβάζετε, ο φίλος Πετρόπουλος με ένα ναπολεόνι που κρατά θα πάει σε κορίτσι, τι θα σπουδάσουν, εσείς το λύσατε, όπου σας στείλουν, ο νους του Άγγελου στη Δάφνη, πάμε να γνωρίσουμε τη γειτονιά, άσχετα πράματα, το κλίμα της εποχής, ας είναι, γειτόνισσα μια ξένη δασκάλα μπεκρού, παραπάνω ένα κορίτσι πλέκει δαντέλες, αρρωστημένο, αντίκρυ μια χήρα, ο Πασπάτης ονειρεύεται να πάει στη Σχολή Ευελπίδων, αντιγράφει βιβλία μεροκάματο, εσείς καλά την έχετε κόπυ πέιστ, κοντά εκεί μια φθισική, προς το βράδυ περνούν τα παιδιά, βγαίνουν περίπατο, η Λένα αρρώστησε, μια της παρέας, ο Άγγελος τους αφήνει, πάει στον Πασπάτη, ζητά να τον βοηθήσει στις αντιγραφές, παράξενο κοπέλι κι αυτός, παραξενιές της ηλικίας.
V
Καλοκαίρι 1919, τελειώνουν το Γυμνάσιο/Λύκειο, ο πατέρας άνεργος, νηστικοί, ο Άγγελος ζητά δανεικά από τον Νίκο Στέργη, τον Μάη η Σμύρνη ελληνική, χαρές, όνειρα, για να θυμάστε πως έτσι την παθαίνει ο τραγικός ελληνισμός, ο Στέργης τους πήρε στο χτήμα κοντά στη θάλασσα, τα ερωτικά σκιρτήματα και ερωτήματα των αγοριών, ο Άγγελος βγαίνει τη νύχτα, κατασκοτώνεται μέσα στα άγνωστα περβόλια, τον περιμαζεύει ο περιβολάρης, η μοναξιά των δεκαοχτάχρονων (πόσο αντιστοιχεί στα σημερινά παιδιά/ θα μας πάρουν στα σοβαρά ή θα μας πουν, μα τι παλαιολιθικοί άνθρωποι είστε, κύριοι και κυρίες;)
VI
Θλίψη βαριά, κολυμπούμε σε μια ανεξήγητη θλίψη, εσύ δεν καταλαβαίνεις από τέτοια, ελπίδα με το απολυτήριο, ποια μέσα να χρησιμοποιήσουν για να βρει ο Άγγελος δουλειά, ελληνικό σύστημα, τα μέσα,  απογοητεύσεις, πάει στο Στέργη, του δίνει δουλειά στην εταιρεία, γραφέας, ο πόνος της αγάπης, της εποχής, της φτώχειας, ο Πασπάτης άρρωστος με αιμοπτύσεις και ποιος θα κάνει τις αντιγραφές, ο ‘Αγγελος του αφήνει δέκα δραχμές, η αγάπη του στη Δάφνη κι η ζήλεια για τον Νίκο.
VII
Φθινόπωρο, ο Πετρόπουλος περιμένει δουλειά σε Υπουργείο, τα χάλια τους έχουν, πάει στην εταιρεία Στέργη, βρίσκονται τα παιδιά, Στο πανεπιστήμιο, τι τραβούσαμε τα πρώτα χρόνια, ξενύχτι στο ταμείο, να πληρώσουμε εξέταστρα, ο Άγγελος πάει για φιλολογία, γράφει ποιήματα, δουλεύει, σπουδάζει, σκηνές στο πανεπιστήμιο, τριτοκοσμικές, χαμένος χρόνος, διάφοροι τύποι φοιτητών, βάσανο και βασανιστήριο, το πανεπιστήμιο, μάτσο χάλια, αιωνόβιοι φοιτητές, καφενεδάκια, οι καλλιτέχνες, γνωριμίες η αγάπη της Έρσης στον Βερλαίν – ποιητής είναι μη ξαφνιάζεστε- τι ρομαντικό μυθιστόρημα διαβάζω!!! Θέατρο μυθιστόρημα, τρέχω τις σελίδες, έφτασα στη μέση, σελίδα 110, ο συγγραφέας καλά έκανε τη δουλειά του, ο επιμελητής, οι πάντες.
Γιατί όμως να αποτύχουν τα παιδιά σε ένα λογοτεχνικό που δεν τους μιλά;
Μα είσαι προφήτης μετά Χριστόν, κύριε;
 VIII
Ένας θαυμαστής του Ντοστογιέφσκι επισκέπτεται τον Άγγελο στο γραφείο, ο μισθός του όσο μια γραβάτα του Νίκου, ένας γείτονας, ο κυρ Νικολάκης άρρωστος, ο ΄Αγγελος θέλει να τον βοηθήσει ενώ αυτός φοβάται πως θα τον ληστέψει, βλέπει τη Δάφνη, πόθος φυγής, (τρέχα γύρευε) έρχονται χριστούγεννα, η παλιά παρέα ξανασμίγει στο χτήμα, χαρτοπαίζουν, κερδίζει ο ΄΄Αγγελος, γίνεται λόγος για την Έρση, φίλη του Άγγελου και ποιητικά, η άλλη γυναίκα, ο Άγγελος φέρεται ως ο παράξενος στοχαστής (κατύχη μας) ο Βενιζέλος έφυγε ο βασιλιάς ήρθε από την εξορία, ο Πετρόπουλος περιμένει το θείο να γίνει υπουργός (ο Θεός βοηθός)
IX
Ο θείος του Αργύρη και της Δάφνης έρχεται από το εξωτερικό, πείθεται να πάρει στα ταξίδια μαζί του τον Αργύρη, η Δάφνη ελευθερώνεται από την παρουσία του αδελφού της, φορτώνουν στρατό για τη Μικρασία. Ο ηθοποιός Αλέξης μαζί με την Έρση ανεβάζουν έργο του Σέξπηρ, διακόπτεται η παράσταση, ο κόσμος ακόμα είναι αμόρφωτος, ο Αργύρης στέλλει γράμμα ενθουσιώδες για τα ταξίδια του, ο Πασπάτης χειροτερεύει, φθίση, ο Στέργης προχωρεί στις σχέσεις του με τη Δάφνη, ο Άγγελος παίρνει αύξηση, ανοίγουν την καρδιά ο ένα στον άλλο, Αγγελος-Νίκος Στέργης, ο πόλεμος απαιτεί επιστράτευση, όλοι στο στρατό, σκόρπισαν εδώ κι εκεί, και τα κορίτσια, η Μικρασιατική καταστροφή ύστερα από τόσες δόξες και νίκες.
X
Μπαλούκεσερ, στρατιώτες στη σκηνή, χωρίς φαγητό, αιμοπτύσεις ο ‘Αγγελος, ύστερα στο νοσοκομείο Σμύρνης, επιστρέφει πριν την καταστροφή, στο μεταξύ πέθανε ο κυρ Νικολάκης, ο Πασπάτης, ξαναμπαίνει στη ρουτίνα του γραφείου, μαθαίνει ότι η Δάφνη είχε συζήσει με τον Πετρόπουλο ένα εξάμηνο, είναι ο Έρωτας η Δάφνη, ο Άγγελος θέλει να πεθάνει, τι λέει καλέ ο άνθρωπος! Αρχίζει η μικρασιατική καταστροφή που περιγράφεται σε δυο τρεις σελίδες, προπάντων ο τρόπος με τον οποίο αντιμετωπίστηκαν οι πρόσφυγες, ο Πετρόπουλος -λόγω θείου- μοιράζει λεφτά στους πρόσφυγες και προσπαθεί να εκμεταλλευτεί προσφυγούλες. (156-159)
ΧΙ
Η δίκη των έξι, μνήμες και ελπίδες προσφύγων, ο Λύσαντρος Στέργης πολλαπλασιάζει τη γη του για οικοδομική εκμετάλλευση, συνάντηση Αγγελου και Δάφνης, παλιές αγάπες.
Η Έρση με το θεατρίνο ανεβάζουν Έμπορο της Βενετίας του Σέξπιρ, παίζει και η Δάφνη, την συνοδεύουν ο Άγγελος και η Ερση στο σπίτι της, στέκια καλλιτεχνών της εποχής. Ο Άγγελος επιτίθεται στο Στέργη γιατί του κακολόγησε τη Δάφνη, παραιτείται, πάει στης Δάφνης, χάδια και φιλιά, ο Στέργης δεν δέχεται την παραίτηση.
ΧΙΙ
Ο Πετρόπουλος κι ο Στέργης στο θέατρο, πήραν μαζί τους τη Δάφνη, το θέατρο ξεπουλιέται, ο Αλέξης φεύγει. Ο Άγγελος με την Έρση. Περνούν τις εξετάσεις της νομικής επιεικώς ο Στέργης και ο Πετρόπουλος, το διασκεδάζουν. Η  Έρση βρίσκει δουλειά σε συμβολαιογραφείο στον Άγγελο, αντιγραφές, ο Άγγελος παίρνει πτυχίο φιλολογίας, ο Αλέξης σε περιοδεύοντα θίασο.
ΧΙΙΙ
1924, ο μικρότερος αδελφός του Άγγελου άρρωστος, πηγαίνει η οικογένεια στην Αίγινα, ο Άγγελος μένει Αθήνα με τον πατέρα, ο Στέργης στο Παρίσι για σπουδές, ο ‘Άγγελος με την Έρση στην Αίγινα, η Δάφνη μόνη, ο Πετρόπουλος της ρίχνεται, η Δάφνη εκμυστηρεύεται στον Άγγελο πως τον είχαν του πεταμάτου και τον λυπόνταν, η μητέρα στην Αίγινα του προξενεύει την Αριάδνη. Η Δάφνη βγαίνει με τον Πετρόπουλο, ο Άγγελος τον χτυπά, συλλαμβάνεται από την αστυνομία, τον απολύουν, ο Πετρόπουλος δεν θέλει δίωξή του.
ΧΙτελευταίο

Ο Άγγελος δουλεύει, είναι άρρωστος, μια διαδήλωση φθισικών, η Έρση η μόνη φίλη, ο Αλέξης παράτησε το θεατρικό μπουλούκι, αγαπά την Έρση, έτσι ο Άγγελος έχασε τη Δάφνη, τον έρωτα, την Έρση, τη φιλία, τον διώχνουν από τη δουλειά για να βρει τη γιατρειά του, μπαίνει σ΄ένα εστιατόριο κι ύστερα πάει θέατρο, παίρνει ένα τσαντήρι και πάει με τη μάνα στη Λυκόβρυση σ΄ένα χτήμα καθαρός αέρας, τον επισκέπτονται η Έρση κι ο Αλέξης, ο Αργύρης επιστρέφει από τα ταξίδια και τον επισκέπτεται με την αδελφή του Δάφνη. Το μυθιστόρημα τελειώνει με το «Κοιμήθηκε το παιδί» συλλογίστηκε η μητέρα, τέλος.