Δευτέρα, 21 Αυγούστου 2017

ΕΩΘΙΝΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ

ΕΩΘΙΝΟΝ ΕΒΔΟΜΟΝ

Τρεις δε και σκηνογραφίαν Σοφοκλής, κι ο Αριστοτέλης γράφει, το δράμα εξελίσσεται κι ο Όμηρος ποιεί έπη, και ο Ιωάννης ευαγγελίζεται, με τρεις στη σκηνή τα βγάζει πέρα, να παίζουν τους ρόλους, και των μαθητών και των μυροφόρων και των αγγελιαφόρων: Μαρία η Μαγδαληνή, Σίμων Πέτρος και Ιωάννης ο αγαπητός.

Δεν μπόρεσε να κοιμηθεί τόσα που είδε στην ταφή του, τον από Αριμαθαίας, τη μάνα να σφαδάζει, το καινό μνημείο, τον λίθον, το βράδυ σκοτεινό ξαγρυπνά μαζί της, έπρεπε να σηκωθεί από τα χαράματα και πριν ακόμα χτυπήσουν  οι καμπάνες, κάπου εκεί στο μεσονυχτικό, ώρα που άρχιζε να φουρνίζει στη γειτονιά ο Πιτζιολής, να μπαίνεις στο διάδρομο και να σε αγκαλιάζει ζεστή μυρουδιά, ζεστό ψωμί,  λάδι και λεμόνι, κι ο βράχος αποκυλισμένος και θεόρατος.

Πώς να βαστάξει μόνη τόσο θαύμα; Και τρέχει να το πει στον Πέτρο και στο Γιάννη, ο Πάτροκλος ήταν ήδη νεκρός, κατέβηκε στον ύπνο του Αχιλλέα, να τον αδράξει στην αγκάλη δεν μπορεί, εξαφανίζεται, κι αρχίζει τις θυσίες και τους αγώνες. Τρέχουν κι ο Αντίλοχος κι ο Αίας κι ο Οδυσσέας, άθλα επί Πατρόκλω, μια μεγάλη τιμή για τον νεκρό, ετοιμασία για τον θείο ζωντανό.

Στο Μαραθώνα έπαιζαν στα ζάρια την τιμή της Ευρώπης, ο ταύρος περίμενε ήσυχος υπομονετικός, κι ο Σιμωνίδης έγραφε τα δικά του,   Ἑλλήνων προμαχοῦντες Ἀθηναῖοι Μαραθῶνι, τρέχει πρώτος ο ημεροδρόμος Φειδιππίδης, δεν μπαίνει στο μνημείο, και βλέπει τα οθόνια. Δριμύτατος ο Σπύρος Λούης ακολουθεί κι ακολουθείται,  βλέπει και το σουδάριο που ήταν στο κεφάλι του, τυλιγμένο εκεί κοντά, και πίστεψε και γράφει.

 Ένας αγώνας δρόμου. Δεν ήξεραν την Γραφήν κι έχουμε να μάθουμε ακόμα πολλά.