Τετάρτη, 19 Ιουλίου 2017

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ

ΟΙ ΦΩΤΟΓΡΑΦΙΕΣ ΤΗΣ ΚΥΡΑ ΠΑΝΑΓΙΩΤΑΣ
Φωτογραφίες ήταν, ζωγραφικοί πίνακες, τόσο ζωντανοί, στο τέλος καταντήσαμε να πιστεύουμε σε παραδόσεις, κι ας είναι πολύ λίγα τα χρόνια που χάσαμε την κυρα Παναγιώτα. Κι ενώ ασχολούνται άλλοι με ανθρώπους και γεγονότα προ Χριστού, εμείς ακόμα και στα πιο πρόσφατα νεφελοβατούμε.
Ήταν λοιπόν το σπίτι, ένα δίπατο, αρχοντικό, από τα παλιά. Εκεί έμενε τον τελευταίο καιρό η κυρα Παναγιώτα. Πίσω του, μια φορά κι έναν καιρό κάμαρες η μια κολλημένη στην άλλη, έμεναν φτωχές οικογένειες, άνθρωποι που έρχονταν από χωριά να δουλέψουν στη Χώρα, από το Μιτσερό οι περισσότεροι, τότε θα σταμάτησαν κι οι δουλειές στο μεταλλείο,  κι ύστερα, με το 63 που άρχισαν οι φασαρίες με τους Τούρκους, εκεί πίσω ήταν τα φυλάκια του Μαρτά και της Αρτεμούλας λεγόμενα, τώρα δεν έμειναν παρά ρημάδια, ούτε γάτα δεν περνά από κει.
Όταν χάσαμε την κυρα Παναγιώτα, έσπευσε πρώτο το δημαρχείο, είχαν πάρει από την Ευρώπη αρκετά χρήματα για ένα μάστερ πλαν, έτσι το ΄λεγαν, να  αναπαλαιώσουν τα σπίτια ή να τ’ αγοράσουν για την ακρίβεια, κι ύστερα να τα φτιάξουν κατά πως ήθελαν. Μπαινόβγαιναν στο σπίτι της, α τι ωραίο, τι περιποιημένο και τι καλή νοικοκυρά που είσαι κυρά Παναγιώτα μας, την παίνευαν οι αρχιτέκτονες, αποτύπωναν όμως στο κρυφό κατόψεις και προσόψεις, και μια μέρα το σπίτι το κάνει κατάσχεση η υπηρεσία. Σας δίνουμε τόσα και τόσα, λεν στους κληρονόμους. Άστε τα κει, ευχαριστούμε, δεν τα θέλουμε. Ποιος τα βάζει τώρα και παλιά με τις εξουσίες και να μη σπάσει τα μούτρα του! Το σπίτι τέλος πάντων άλλαξε χέρια κι έγινε μεγάλη προσπάθεια να ξαναρθεί στους κληρονόμους, χαρτιά και πούλια και παραπούλια.
Όταν μπήκε ο τελευταίος συγγενής, βρήκε σε μια μικρή κάμαρα στο ανώι, ήταν ένα πουρώ, μέσα τρεις μεγάλες εικόνες, φωτογραφίες ήταν ζωγραφιές, δεν το κατορθώσαμε να ξεδιαλύνουμε, τόσο φυσικά ήταν κι ωραία βαλμένα όλα.
Η μια, οι αρχιτέκτονες που μπαινόβγαιναν κι έκαναν στα μυστικά την αποτύπωση, άντε λέμε κάτι θα ξέρουν, τους  τη δείχνουμε, η Παναγιώτα με τον Χρίστο μικρούλη στην αγκαλιά, και γύρω της σε τετράγωνα μικρά, σκηνές από τη ζωή του πολέμου, εκεί στο τείχος, και άλλες στην Κερύνεια, εκεί που έπεσαν στις ακταιωρούς οι ηρωικοί μαχητές μας. Πήραν ύφος οι αρχιτέκτονες, ούτε αρχαιολόγοι να ήταν, μα αυτή είναι εικόνα του 13 αιώνα μας λένε, κι έπρεπε ήδη να είναι στο μουσείο. Ρε γιε μου ρε καλέ μου, η κυρα Παναγιώτα προχτές ακόμα πέθανε, τι μας λέτε; Αν είναι φωτογραφία, να είναι του Βαβλίτη, του Γεάδη, του Γιάγκου, του Μίκη, που φωτογράφιζαν τον καιρό μας όλο τον κόσμο. Αν είναι ζωγραφιά, άιντε του Διαμαντή ή του Κάνθου, δασκάλων σεβαστών μας στο σχολείο, το πολύ του νεότερου Οικονόμου, μάλλον όχι του Λαδόμματου ούτε του Φοινικαρίδη, αυτοί ήταν σχεδόν συμμαθητές μας.
Τραβούν οι κύριοι στην υπηρεσία των μουσείων, έρχονται στη γειτονιά να παραλάβουν τις εικόνες της κυρα Παναγιώτας, χτυπούν οι καμπάνες, συγκεντρώνονται οι γειτόνισσες πρώτες, γιατί οι άντρες ήταν στη δουλειά, στέκονται μπροστά στην πόρτα του σπιτιού, αν τολμάτε αγγίξετε, σας φάγαμε. Ήταν κι ένας ιερωμένος εκεί, του μουσείου κι αυτός, και τι να τις κάνετε εσείς, να κουτουλλάτε τα κέρατά σας στις φωτογραφίες; τους λέει. Αυτό δεν του το συγχώρεσαν.
Και να πεις πως ήταν καμιά φωτογραφία από κείνες που της ζωγράφισε ο Λουκάς, τότε που ήταν ο Χρίστος μικρούλης, και μ’ αυτές χάνει κανείς τον μπούσουλα. Ο Λουκάς δεν ήταν ακριβώς της γειτονιάς, ένας όμως πολύ καλός γείτονας, γιατρός, και ζωγράφος. Πέρασε μια μέρα και την είδε στις ομορφιές της την κυρα Παναγιώτα, έτρεξε, έφερε καβαλέτο, σταθείτε σας παρακαλώ, της λέει, και τη ζωγράφισε. Την εικόνα την πήρε μαζί του, τώρα πώς πολλαπλασιάστηκε δεν ξέρω, αλλά έχουν να πουν για εφτά εικόνες του Λουκά του γείτονα, γιατρού και ζωγράφου και θαυμαστού πεζογράφου, δεν τον διδάσκονται στα σχολεία. Κακώς. Τα πεζογραφήματά του τα διαβάζει κανείς σε ορισμένες περιόδους, όπως καλή ώρα τον παππού μας τον κυρ Αλέξανδρο, είναι δυνατόν να περάσουν χριστούγεννα και πάσχα και να μην τον διαβάσεις; Έτσι και με το Λουκά, επειδή όταν απαγχόνισαν τον Χρίστο, αυτός κρατούσε τα πρακτικά της ομάδας, τα εξέδωσε, κι όταν περάσει από τη γειτονιά ο Αναστάσης κι αρχίσει τα τραγούδια και τα έθιμά του, τότε είναι και η καλύτερη περίοδος να διαβάσεις τα πρακτικά της ομάδας.
Του Λουκά το σπίτι, του γείτονα, του το ΄καψαν οι Τούρκοι το 1958. Ήταν ο πρώτος παθός, τέτοια θηριωδία, κι οι φίλοι του, όλοι όσοι τους γιάτρεψε έκαμαν το δικό τους σύλλογο, Λουκατίτες ονομαζόμενοι, κάτι σαν τους Βένετους και τους Πράσινους του Βυζαντίου, αλλά κι αυτοί με τον καιρό αναμίχτηκαν με τις άλλες γειτονιές, βρίσκονται όμως μέσα μέσα, και μάλιστα τελευταία, που προσπάθησαν να στήσουν και μια προτομή έξω από το σπίτι του Λουκά. Οι Τούρκοι, βλέποντας πως έπρεπε να δείξουν καλό πρόσωπο κι αυτοί, τόσα και τόσα εμείς τεμένη τους στηρίξαμε και μιναρέδες τους φτιάξαμε, είπαν κι αυτοί, άντε να σας κτίσουμε και το σπίτι του Λουκά σας, και σε μας έκανε καλό, αξέχαστο το πανηγύρι έξω από το σπίτι του, κι εμείς τρώαμε σιάμισι και λοκμάδες. Οι Λουκατίτες λοιπόν, μαζί μας στο Δημοτικό, δεν ξέχασαν το γιατρό τους, κι εμείς το ζωγράφο, που ζωγράφισε την κυρα Παναγιώτα.
Τρεις λοιπόν οι φωτογραφίες που βρήκαμε στο καμαράκι στο σπίτι της κυρα Παναγιώτας μετά θάνατον, τη μια μας την έβγαλαν του δεκατουτρίτου αιώνα, και μάλιστα δόθηκαν και διαλέξεις για την τέχνη της, οι παλιοί της γειτονιάς μας έλεγαν πως ήταν πεσμένη χάμω και την τσαλαπατούσαν μπροστά σ’ ένα τούρκικο σπίτι, κάτι σαν γεφύρι την είχαν, ήταν λέει στην αγια Σοφιά της χώρας, και μια νύχτα πείστηκαν κάμποσοι δικοί μας, πήραν ένα αμάξι, πήγαν στα τούρκικα εκεί κοντά, το γέμισαν κάμποσες εικόνες και άλμπουμ, καλή ώρα όπως τώρα, που πηγαίνουν οι πρόσφυγες στα σπίτια τους και αν βρουν κανένα με καλό γάλα βυζασμένο τους δίνει και φωτογραφίες ή άλμπουμ του γάμου τους, έτσι κι εκείνη τη νύχτα, γέμισαν ένα κάρο και το’ φεραν στη γειτονιά, μη  μαγαρίζουν οι αλλόθρησκοι τις φωτογραφίες μας, ανάμεσά τους κι αυτή.
Η δεύτερη εικόνα, η λεγόμενη ποϋριστιτζιή, τη δοκίμασαν κάμποσες φορές, διώχνει το κακό, αποτρέπει σαν να ναι κάτι μαγικό κι ανεξιχνίαστο. Ωραιότατη, με την κυρά Παναγιώτα να φορεί ένα λουλουδένιο μαντώ, και τον μικρό Χρίστο να θρονιάζεται στην αγκάλη της. Πολλά λέγονται και γι’ αυτήν, μέχρι τούρκο έσωσε από θανατική ποινή, τελευταία στιγμή στο δικαστήριο.
Η τρίτη, η νεότερη, αυτή ξέρουμε πως είναι καμωμένη εκεί στου Ηρακλείδη το μαστορικό, με το όνομα του ζωγράφου ή φωτογράφου, αλλά κοίτα να δεις, μια μέρα μια γειτόνισσα, από τη Ρωσία ήλθε η γυναίκα, σοβιετικό καθεστώς εκεί, φοβόταν να παρουσιαστεί στην εκκλησιά, φοβόταν να κάμει επισκέψεις στις γειτόνισσες, αλλά στην πατρίδα της πολύ αγαπούσε όσα της έλεγε ο μέλλων άντρας της κυπραίος για τη γειτονιά και τις γειτόνισσες. Μια νύχτα λοιπόν, ήταν γενέθλια την άλλη μέρα του Χρίστου, την βλέπει την κυρα Παναγιώτα στον ύπνο της, καλή γειτόνισσα, της λέει, δε θα΄ρθεις στο σπίτι μου να ευχηθείς στο Χρίστο μου; Η γυναίκα δεν ήξερε ποια ήταν, ούτε τις γειτόνισσες δεν ήξερε, ξένη παντόξενη, την άλλη μέρα ανοίγει την πόρτα και βλέπει στο σπίτι απέναντί της την κυρα Παναγιώτα. Χριστέ και Παναγιά, της λέει, εσύ είσαι η γειτόνισσά μου, στον ύπνο μου σε είδα. Έκτοτε, όσο ζούσε η κυρα Παναγιώτα, από το σπίτι της Κυράς δεν έβγαινε η Ρωσίδα, να τη βοηθήσει στα πάντα, να δοξολογεί το Θεό που την απάλλαξε από το φόβο του καθεστώτος. Ώσπου έπεσε κι εκείνο, και λευτερώθηκαν πολλοί.
Στέλιος Παπαντωνίου