Κυριακή, 30 Ιουλίου 2017

ΦΩΤΟΓΡΑΦΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΔΗ

ΦΩΤΟΓΡΑΦΕΙΟ ΗΡΑΚΛΕΙΔΗ
Και τι χαρά σου βγάζω τώρα, Ηρακλείδη μου, σαν να περνώ Λήδρας και βλέπω το φωτογραφείο σου, ή κοντά στο Παλουριωτίσσης, σαν να παίρνω τους δρόμους και φτάνω στο εξοχικό σου, εκεί κοντά του παππού το χωριό, Ψημολόφου, χρυσομηλιές στο δρόμο, καϊσιά, ένα ποταμάκι έξω από τα σπίτια φίλων, η θεια Κακουλλού, ο Δημήτρης, εκεί στα Πέρα του Γιώργου του συγγραφέως του κλίματος της περιοχής και της αριστεράς χειρός, κι ο αλησμόνητος ο Νίκος, ένας δάσκαλος ένας άνθρωπος, κεφαλαίο άλφα, κι ο Κώστας, κι ο Ταμάσιος κι ο Τομασίδης, θα είναι το νερό κι η ευλογία σου, ένα σεμνό περιτοίχισμα, περνούσαμε τον ποταμό, ως επί το πλείστον ξεροπόταμο, μεγάλες πέτρες γυαλιστερές στην κοίτη, ένα εξαίσιο θέαμα σαν έβρεχε, με τα πήλινα πιθάρια του τα λουλουδένια, τις πέτρινες αυλές και τους διαδρόμους, εκεί τα μαυροντυμένα κοράσια, χωνεμένα στα κελιά τους.
Κάποτε τα καλογεράκια ζωγράφιζαν, ελάτε στη γειτονιά μου να δείτε τα ονόματά τους, χειρ Νεκταρίου εποίησεν, όχι λογισμός ανθρώπου, ούτε έμπνευση, μια γλύκα να σε χαιρετούν, καλώς τα παιδιά, δεν είναι εκείνα τα μουτρωμένα κι οργισμένα γερόντια, μπαίνεις σ’ άλλα σπίτια και φοβάσαι, αυτά μοιάζουν  το δικό μου, πάντα γελαστή η μάνα μου, πάντα το ψυγείο γεμάτο, κρέμες και φρούτα για τους φίλους των τριών, τω καιρώ εκείνω, που  μπαινοβγαίναμε στα σπίτια της γειτονιάς και δεν ξέραμε ποιο είναι ποιου, πόρτες ολάνοιχτες.
Πηγαίνουμε καμιά φορά εκεί στην περιοχή, πάνω στο βουνό, κάτω στην πεδιάδα, ο Ηρακλείδης ζωντανός, εδώ το ποτάμι, εκεί ο Μνάσων, παρέκει ο Γιαννάκης ο μικρός, να κάθεται στο καφενείο και να περιμένει το λεωφορείο της γραμμής, τρέχαν ξωπίσω τα παιδιά ξυπόλητα, παντελόνι τρία κάρτα, βογγούσε το λεωφορείο το ζόριζε η ανηφόρα.
Το θαύμα, όλα γύρω ένα θαύμα, όλος ο τόπος ένα θαύμα, ο πας χρόνος, δίπλα μου εκεί, σαν τον τσολιά στον άγνωστο στρατιώτη,  κάθε σκόλη και γιορτή, κάθε Κυριακή, μου κρατά ίσον, τον προτρέπω να πει κι εκείνος το κομμάτι του, σεβαστός και γαλήνιος, με τη γενειάδα του, λίγο Σπυρίδωνας λίγο Ηρακλείδης, ο Νεκτάριος είχε τις μόλες του και εποίει.
Αυτός λοιπόν, ο Νεκτάριος Ηρακλείδης και άλλοι, ανέλαβαν  την ανάπλαση της γειτονιάς, όλα τα πολεοδομικά, τα αρχιτεκτονικά, τη διακόσμηση, τη φωτογράφηση, και μας έδωσαν αυτή τη χαρά και χάρη, καθημερινή και σκόλη, Κυριακή και γιορτή, να τους  θαυμάζουμε όσοι ξέρουμε να απολαμβάνουμε τον πρωινό καφέ μας, όσοι νιώθουμε ευτυχισμένοι και προπάντων καλότυχοι, γιατί μας έτυχε στη ζωή να γεννηθούμε στη γειτονιά μας, του γέροντα Κασσιανού, μεγάλη η χάρη του, να τον χαίρεστε κι εσείς που δεν τον ξέρετε κι έτυχε να διαβάζετε τη φυλλάδα του, Η Γειτονιά μου.

  ΤΕΛΟΣ ΚΑΙ ΤΩ ΘΕΩ ΔΟΞΑ