Τετάρτη, 26 Ιουλίου 2017

ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ

ΓΙΑΝΝΗΣ Ο ΛΕΓΟΜΕΝΟΣ ΠΡΟΔΡΟΜΟΣ
Πάντα δίπλα στο Χρίστο μας, κολλητοί, μ΄ένα δίσκο στο χέρι, για να ξέρεις τι σε περιμένει στη ζωή, πάει αμέσως ο νους στο χωριό, ψηλά εκεί, κάτω  η Λεμύθου, τότε δεν ήξερα, μόλις ήρθα από το πανεπιστήμιο, πτυχίο στο χέρι, ζητείται ανάλογος εργασία, και βρέθηκε, μια ζωή χαρισάμενη, μέσα στις πρώτες δυσκολίες της δουλειάς με πολύ φίλους δασκάλους και σφραγισμένα με τη θύμηση παιδιά, μην κάνεις το μάθημα μόνος, τα παιδιά να ρωτάς, αυτό ήταν η κατεύθυνση, όσες παιδαγωγικές κι αν διάβασα.
Πολύ πριν τον Πρόδρομο ήταν το δικό μας παιδί, Ονήσιλος με τ’ όνομα, Σαλαμίνα μεριά, έλλην, ελληνολάτρης και ελληνόφρων, επαναστάτης, πού να δεχτεί τον Τούρκο να διαφεντεύει, επανάσταση μαζί με τους άλλους τότε, όμως πάντα υπάρχουν κι οι αλλόφρονες. Στα Μαμώνια, σκέψου Πρόδρομέ μου να σού ‘ λεγαν πως αδικοθανάτισες και δεν σ’ αποκεφάλισε ο χορός με τα εφτά πέπλα, γιατί κι εδώ εφτά; Ή τον Ονήσιλο,  αδικαθανατισμένος κι αυτός, μεγάλη δύναμη οι Πέρσες! Το μέλι και οι μέλισσες, οι μελόπιτες, το κρεμασμένο σου κεφάλι, χαράμι. Χάθηκαν κι οι μέλισσες, κινδυνεύουν να εξαφανιστούν με πολλούς άλλους οργανισμούς, λεν οι επιστήμονες!
Όλα έγιναν εκεί στο Βουνό, σαν πήγε η Παναγιώτα μας να δει την Ελισάβετ, και το βρέφος εσκίρτησεν εν τη κοιλία αυτής, είπαμε και για τον ταχυδρόμο το Γαβρίλη, αλλά εκεί στον απόστολο Ανδρέα, κατέβηκαν οι άγγελοι σαν λειτουργούσε ο Παπαζαχαρίας, «σημαίνει ο Θεός, σημαίνει η γη, σημαίνουν τα επουράνια», του λένε, έκλεισε το στόμα. Ξέρετε τι σημαίνει να σταματήσει ένα λεπτό η λειτουργία αναίτια;
Επαναστάτης ο Ιωάννης, στην έρημο να τρώει αθασούθκια φρέσκα από τις αμυγδαλιές, ήταν εκεί έξω από το σπίτι της θειας Αλεξάνδρας, δωρεάν, μα όταν απλώναμε το χέρι στις πουρνελλούδες, μια μπακκίρα πέντε, έλεγε η Αννού στη γειτονιά, κι εμείς περιμέναμε να στρίψει να κλέψουμε καμιά, να βρούμε το δίκιο μας, τρέξτε παιδιά.
Φώναζε ο επαναστάτης, ΔΙΓΕΝΗΣΜΑΚΑΡΙΟΣΕΟΚΑΠΕΚΑΝΕ, έκανε τις συγκεντρώσεις του μυστικά, εκεί πάροδος Μεγάλου Κωνσταντίνου, Μακρονήσου οδός, ο Λευτέρης κι η Αντιγόνη έσπερναν την αυλή τους όλα τα λαχανικά, άμε να φέρεις μαϊντανό, η γιαγιά Ελεγκού, να σου κάμω κεφτέδες, μια μυσταγωγία. Λαχανικά και κοπελλούδια, όλοι στον αγώνα. Οι μυστικές πρώτες συγκεντρώσεις εκεί, οι πρώτες επαναστατικές ενέργειες στη Λευκωσία, κι ύστερα μαζί με τον μεγάλο στη Λεμύθου, εκεί στον Πρόδρομο, να ψήνουμε τα λουκάνικα και τα χαλούμια στο τζάκι, και στο τέλος να ξεκινούμε πεζή από Λεμύθου- Φοινί και τανάπαλιν, έγραφαν τα παλιά λεωφορεία. Και τι σημαίνει, ο δάσκαλος Μικρομμάτης, εγώ!
Η επανάσταση δεν έχει τέλος, στο βουνό με τις ανταρτικές ομάδες, ενέδρες, εγγλέζοι να κατεβαίνουν από τα τσιπ και ν’ αρχίζουν πιστολίδι,  σύλληψη και εγκλεισμός στο Φρούριο της Κερύνειας, δραπέτευση, ξανά συλλήψεις και φυλακίσεις, κακουχίες, ο μεγάλος κι οι μικροί, ένας στην Ελλάδα, άλλος στην Αγγλία, άλλη στην Αυστραλία, το πλοίο που σαλπάρει μακριά μου θα σε πάρει. ‘Αλλοι κρέμονταν στην αγχόνη, φυλακισμένα μνήματα.
Ένα διάστημα ο Γιάννης μας, Πρόδρομε, ν’ αναλάβεις τις βαφτίσεις στην εκκλησιά, όταν ήρθε ο Χρίστος μας από την έρημο του Σικελιανού ήταν ήδη ενήλικας, τοποθετούμε μια σινιά στο δάπεδο, του περνούμε ένα λευκό μανδύα, να του χύνει το νερό ο Πρόδρομος. Μόλις όμως τον είδε, εγώ ο ανάξιος δεν μπορώ να σε βαφτίσω, λέει γονατιστός, τι λες παπά μου, ούτε τα δέματα των παπουτσιών να σου δέσω, άρχισε, κι ο  Θεός βοηθός. Εκείνη την  ώρα μπήκαν και στο ναό τα περιστέρια, ανοίξαμε πόρτες και παράθυρα, να βγουν, μη μας κάνουν καμιά ζημιά, φτωχή εκκλησιά που είναι, μα όλα τράνταζαν και βοούσαν, σαν συσσεισμός.
Κρεμάζουν την κεφαλή του Ονήσιλου στην πύλη της Αμαθούντας, γεμίζει μέλισσες, το παίρνουν και το χύνουν στις κερήθρες τους οι ποιητές, να ξυπνήσουν οι σκλάβοι, να προσέχουν οι απρόσεχτοι, Έλληνες αεί παίδες, τι ακριβώς σημαίνει, ανάλογα με την περίσταση, τα μαντεία δουλεύουν, ήξεις αφίξεις, μα το κεφάλι ιερό και να το τιμάτε!
Νευριάζει ο Γιάννης μας, φτύνει καταπρόσωπο τον Ηρώδη, τα πέπλα πέφτουν το ένα πίσω από το άλλο σ’ ένα ξέφρενο χορό, η μουσική ξεκουφαίνει, πιωμένος ο βασιλιάς, μάχαιραν δίνει, κι έτσι τον φωτογράφησε ο Ηρακλείδης μας, την ώρα που έπεφτε το κεφάλι του στο πιάτο, που λέει ο λόγος, ένα άγριο αναμαλλιασμένο κεφάλι. Κάποτε για να απαλύνουν τη σκηνή, την χρυσώνουν, κάνουν ένα μετάλλιο να τραβά την προσοχή, όμως οι παππούδες μου δεν παρουσίαζαν ποτέ σκληρές σκηνές στις τραγωδίες.
Όλες αυτές οι θυσίες, οι αποκεφαλισμοί, «σφάξε μας ούλλους τζι ας γενεί το γαίμαν μας αυλάτζιν», τι να αναφέρεις χρονολογίες, κάθε χρονιά και τα κεφάλια της, για να ανοίξει ο δρόμος, να ρθει το φως, να φτερουγίσουν τα χελιδόνια, να χτυπήσουμε τους σκάμνους με το ανάστα ο Θεός, να ζαλιστούν οι σημαίες και τα εξαφτέρουγα, να ψάλλουμε τον Ύμνο, χαλάλι! Και το φτερούγισμα της πεταλούδας έχει τον αντίκτυπό του στο σύμπαν!   

Στέλιος Παπαντωνίου