Πέμπτη, 1 Ιουνίου 2017

ψηγματα ανατροπών (τελευταίο)

ΣΟΛΩΝΕΙΟΝ  ΡΗΝΑΣ ΚΑΤΣΕΛΛΗ ΨΗΓΜΑΤΑ ΑΝΑΤΡΟΠΩΝ
Κυρίες και κύριοι,
Τύχη αγαθή έλαχε σε μένα να παρουσιάσω το έργο της Ρήνας Κατσελλή στο αφιερωματικό τεύχος του περιοδικού Νέα Εστία για την Ελληνική Λογοτεχνία της Κύπρου. Και έτσι είδα και έμαθα ή είδα και θαύμασα τον άνθρωπο που δεν άφησε στιγμή της ζωής του ανεκμετάλλευτη, που αφιερώθηκε στη συγγραφή για την Κερύνεια. Ίσως η ίδια να ξέρει και να συνειδητοποιεί πόσα ακόμα έχει να γράψει, γι’ αυτό και συνεχίζει ακάθεκτη. Καλώς. Ο Θεός να της δίνει χρόνια και δύναμη.
 Μέσα από τα δυο βιβλία διηγημάτων της με τίτλο Ψήγματα Ανατροπών και Ψήγματα Ανατροπών β΄ ζούμε το τραγικό, όχι μόνο των Κερυνειωτών αλλά και της γενικότερης ανθρώπινης ύπαρξης. Και τα δυο παραπέμπουν στην τραγωδία, και συγκεκριμένα στην περιπέτεια. Ἔστι δὲ περιπέτεια  ἡ εἰς τὸ ἐναντίον τῶν πραττομένων μεταβολὴ,  κατὰ τὸ εἰκὸς ἢ    ἀναγκαῖον, ἀναγνώρισις δέ, η ἐξ ἀγνοίας εἰς γνῶσιν μεταβολή. Περιπέτεια είναι η ανατροπή των πραγμάτων και αναγνώριση η μεταβολή από την άγνοια στη γνώση. 
Με τον τίτλο Ψήγματα Ανατροπών έχει κυκλοφορήσει ο πρώτος τόμος, το 2015:
Το γενικότερο περιεχόμενο των διηγημάτων αποτελεί ένα κερυνειώτικο σύμπαν,  ολοκληρωμένο, σφαιρικό,  που περιλαμβάνει τα πάντα. 
ΓΛΩΣΣΙΚΑ η χρήση των κυπριακών λέξεων προσδίνει την άμεση τοπικότητα στα διηγήματα και η εξήγησή τους στις υποσημειώσεις βοηθούν στον εμπλουτισμό του λεξιλογίου πολλών. Ο αναγνώστης ακούει και διαβάζει την κυπριακή διάλεκτο, ρυθμισμένη στα μέτρα της συγγραφέως, που αποδίδει σ’ ένα κράμα το τραχύ με το οικείο, το ζωντανό με το μουσειακό, το παραστατικό με το απόμακρο.
Το πρώτο βιβλίο, τα Ψήγματα Ανατροπών, αποτελείται από εννέα διηγήματα:
 Πρώτο, Ο Διονύσης 1945. Στο 2ο, 3ο, 4ο, πρωταγωνιστεί η ίδια οικογένεια, στην Κερύνεια.  Με το διήγημα Κυριακή της Τυρινής μπαίνουμε στο 1955-59, με τα κέρφιου των άγγλων, τους βασανιστές ανακριτές , τις ενέδρες που έστηναν οι αντάρτικες ομάδες και την προσπάθεια κατασκευής κρησφυγέτων. 
Στα δυο τελευταία με ήρωες τουρκοκύπριους, το ένα συνδέεται άμεσα με το φονικό των Κοντεμενιωτών ενώ  το τελευταίο αποτελεί μια προεισαγωγή στο 1974.
Σοφά διατεταγμένα.
Ένα από τα πιο ωραία διηγήματα του πρώτου τόμου των Ανατροπών είναι «Η καμπαρτίνα». Θυμίζει τον Ντεκάρτ, (cogito ergo sum-αμφιβάλλω άρα υπάρχω) που μας λέει, «βλέπω από το παράθυρο παλτά και καπέλα να κυκλοφορούν, αμφιβάλλω όμως αν είναι αλήθεια όσα τα μάτια μου δείχνουν. Σκέφτομαι λοιπόν ότι είναι άνθρωποι.»
Άλλο το φαίνεσθαι, άλλο το είναι.
΄Ενας εγγλέζος ανακριτής βρίσκεται με άδεια στο ξενοδοχείο στην Κερύνεια. Συναντά έναν άγγλο δημοσιογράφο. Οι αλλαγές του καιρού, αλκυονίδες μέρες, επέτρεπαν την απόλαυση, ξαφνικά όμως έρχεται βροχή. Ο ανακριτής, γνωστός για τις μεθόδους του, υποπτεύθηκε πως τον παρακολουθούσαν μέλη της οργάνωσης.
Ο δημοσιογράφος πρέπει να πάρει την εφημερίδα του από το περίπτερο.
Νυχτώνει, βρέχει, ο ανακριτής του προτείνει να του δώσει το καπέλο και την καπαρτίνα του.
Στη γωνιά του δρόμου, ακούονται πυροβολισμοί. Σκότωσαν το δημοσιογράφο αντί τον ανακριτή.
Ο ανακριτής επιστρέφει στο ξενοδοχείο. Επιλογικά: «Όσο για το δημοσιογράφο; Bad luck! Ατυχία!»

Στα περισσότερα διηγήματα που παρουσιάζουμε δεν υπάρχει απλή ευθύγραμμη αφήγηση, αλλά, όταν ο χρόνος είναι ανάγκη να επιβραδυνθεί, δίνεται ευκαιρία στη συγγραφέα να φωτίσει τον ήρωά της με εγκιβωτισμένες ιστορίες, με ανάληψη, αναδρομή στο παρελθόν, ή πρόληψη, σχεδιασμό του μέλλοντος, ή περιγραφές.
Ένα από τα πιο σημαδιακά για την εποχή διήγημα είναι Το κρησφύγετο του Φουντζιού με προμετωπίδα ένα μικρό κείμενο του ήρωα Κυριάκου Μάτση. Θέμα του διηγήματος  μια πτυχή του αγώνα της ΕΟΚΑ.  Κείμενο  πλήρες ανθρωπιάς και γνήσιου πατριωτισμού, με την ηγετική φυσιογνωμία του ήρωα, τις κακουχίες των απλών ανθρώπων και το όλο πατριωτικό ήθος και ανωτερότητα της εποχής.
Στο τελευταίο διήγημα του πρώτου τόμου των Ψηγμάτων Ανατροπών η συγγραφέας προβάλλει στο μέλλον την ανατροπή:
«Δεν μπορούσε η Μαρίνα, ετοιμάζοντας το γάμο της, να υποπτευθεί πως από την επόμενη χρονιά θα περνούσε το υπόλοιπο της ζωής της πρόσφυγας, διωγμένη από το σπίτι και τη μικρή της πόλη, με δυο αδέλφια σκοτωμένα από τα τουρκικά στρατεύματα που θα έκαναν εισβολή στο νησί.»

Έτσι τελειώνει το πρώτο βιβλίο, Ψήγματα Ανατροπών, για να δώσει τη σκυτάλη στο δεύτερο, Ψήγματα Ανατροπών β΄ με διηγήματα από το 1974 και 1975, στην Κερύνεια και στο ξενοδοχείο Ντόουμ.
Το 1974 φέρνει στο προσκήνιο ό, τι υπήρξε τόσα χρόνια στο παρασκήνιο.
Συγκρούσεις ανάμεσα στις κοινότητες, συγκρούσεις μέσα στις ίδιες τις κοινότητες της Κύπρου, Έλληνες, Τούρκους. Κάτω από αυτές τις γενικότερες ή μερικότερες συγκρούσεις υπάγονται όλες οι επιμέρους, των απλών ανθρώπων. Όντως, πόλεμος πάντων πατήρ.
Η μεγάλη ανατροπή είναι η τουρκική εισβολή που ανέτρεψε τη ζωή όχι μόνο των Ελλήνων της Κύπρου αλλά και Τούρκων. Κι έτσι μπορούμε να εξηγήσουμε την παράθεση των αποσπασμάτων από τον Ηράκλειτο :
εἰδέναι δὲ χρὴ τὸν πόλεμον ἐόντα ξυνόν, καὶ δίκην ἔριν, καὶ γινόμενα πάντα κατ᾽ ἔριν καὶ χρεών.     Πρέπει να γνωρίζει κανείς ότι ο πόλεμος είναι κοινός και η διχόνοια δικαιοσύνη, και ότι τα πάντα γίνονται σύμφωνα με τη διχόνοια και την ανάγκη.
Επίσης:  πόλεμος πάντων πατήρ εστί, πάντων δε βασιλεύς, και τους μεν θεούς έδειξε τους δε ανθρώπους, τους μεν δούλους εποίησε τους δε ελευθέρους. Ο πόλεμος είναι πατέρας όλων, όλων βασιλιάς. Άλλους ανέδειξε σε θεούς και άλλους σε ανθρώπους, άλλους έκανε δούλους και άλλους ελεύθερους.
Οτιδήποτε και να ΄χε στο νου του ο Ηράκλειτος, για την περίπτωση ταιριάζει, γιατί ο πόλεμος ανέτρεψε τα πάντα και έκαμε τα όσα έκαμε.
ΕΞΩΦΥΛΛΟ  Η βινιέτα στο εξώφυλλο και η υπόλοιπη εικονογράφηση είναι αναθηματικά πήλινα αγαλματίδια (τερρα κότα) πολεμιστών αρχαϊκής- κλασσικής περιόδου, μια υπόμνηση ή φιλοσοφική βάση πως αυτά τα πράγματα ο κόσμος τα έζησε χιλιάδες χρόνια πριν και έχουμε την δυνατότητα να ζήσουμε ξανά τις ίδιες ιστορίες, γιατί βρέθηκε ο Όμηρος, ο Θουκυδίδης, οι τραγικοί να μας τα αιωνίζουν.
Μπαίνουμε στο περιεχόμενο
Παράθεμα. Ρήνας Κατσελλή, Πρόσφυγας στον τόπο μου, σελ.31
«Πήγες κι εσύ στο φρούριο για να σου δώσουν όπλο;» ρώτησα.
«Ναι!»  «Τι γίνεται με τους κρατουμένους που είχαν εκεί;»
 «Τους είχαν κλειδωμένους και καυγάδιζαν, αν έπρεπε να τους αφήσουν ελεύθερους ή όχι. Αυτοί από τα κλειδωμένα κελιά φώναζαν να τους δώσουν όπλα να πολεμήσουν τους Τούρκους.»  « Μα είναι δυνατό;»…
Γύρω στις έντεκα το πρωί μάθαμε τα πρώτα παράξενα πράματα: στο φρούριο τα αντιαεροπορικά ήταν λειψά. Κάποιος τους είχε αφαιρέσει εξαρτήματα…
Κλείνει το παράθεμα.
Το πρώτο διήγημα Εξόφληση χρεών, 1974.
Στο κάστρο της Κερύνειας είναι φυλακισμένοι από τους πραξικοπηματίες πολλοί μακαριακοί, ενώ πάνωθέ τους περνούν και πολυβολούν τα τουρκικά αεροπλάνα. Ανάμεσά τους ο Αντρέας, αστυνομικός, που ξέρει πολύ καλά τα σχέδια των Τούρκων, γιατί υπηρετούσε στις μυστικές υπηρεσίες του κράτους. Ζητούν να τους ανοίξουν και να τους  ελευθερώσουν μη σκοτωθούν από τα τουρκικά πυρά.
Αναλαμβάνει να πυροβολήσει την πόρτα ο Απόστολος Κουταλιανός, παλιός φίλος και συναγωνιστής τον καιρό της ΕΟΚΑ του Ανδρέα, που όμως βρέθηκε στην παράταξη των πραξικοπηματιών.
Ελευθερώνονται, και ανακαλύπτουν σιγά σιγά πως τα πάντα είναι προδομένα, γι’ αυτό ο Κουταλιανός καλεί τον Ανδρέα να πάρει τις οικογένειες και των δυο  και να φύγει να σωθεί, ενώ ο ίδιος έχει να πληρώσει τα λάθη του.
Ένα διήγημα με πλοκή, δέση, κορύφωση και λύση, με ταυτόχρονη αναγνώριση και από τους δυο της μεγάλης προδοσίας εις βάρος της Κύπρου: τα όπλα στα φυλάκια στο κάστρο δεν λειτουργούν, η τορπιλάκατος λείπει με δικά τους παιδιά μέσα, ο διοικητής του στρατοπέδου το πρόδωσε.
Συγκινητική αφιέρωση στους νέους που είχαν συμπληρώσει τη θητεία τους και ειδικά στους δυο νέους της Κερύνειας, Φοίβο Φιερό και Χρίστο Καρεφυλλίδη.
Παράθεμα. Ρήνας Κατσελλή, Πρόσφυγας στον τόπο μου, σελ.47.  Μιας Αγγλίδας της χτύπησαν την πόρτα, και, σαν άνοιξε, άδειασαν το αυτόματο πάνω της.
Διήγημα Welcome 1974   Η Έβελυν, αγγλίδα που έρχεται να υπηρετεί τη Γερτρούδη,  αφηγείται σε πρώτο πρόσωπο όσα συμβαίνουν την ημέρα εκείνη της εισβολής, με τις πτήσεις των αεροπλάνων και ελικοπτέρων, με τις ειδήσεις από το BBC να επιβεβαιώνουν και πριν την ώρα της την κατάληψη της Κερύνειας.
Η Γερτρούδη από τα λόγια της φαίνεται φιλότουρκη. Με την κατάπαυση του πυρός οι Τούρκοι συνεχίζουν την προέλαση. Η Γερτρούδη ανυπομονεί να έρθουν οι Τούρκοι. Άνοιξε την πόρτα. Welcome  Welcome,  την άκουσα να λέει δυνατά. Και πέφτει από μια ριπή Τούρκου στρατιώτη.
Η συγγραφέας έλυσε κατά τον καλύτερο τρόπο το θέμα του αφηγητή. Όλα όσα ακούσαμε ήταν από το στόμα της Έβελυν και της Γερτρούδης.  Το φιλότουρκο των εγγλέζων βγήκε άμεσα από το στόμα μιας ηρωίδας του διηγήματος. Η συγγραφέας στάθηκε όσο το δυνατόν μακράν. 
Με τον γενικό τίτλο Λεηλασία εκ των έσω πρώτον Ο Ισμαϊλης, δεύτερον Εσάτ, τρίτον Το κλεφτρόνι, έχουμε τρία στη σειρά διηγήματα. Κοινό τους χαρακτηριστικό, το τι επακολούθησε την τουρκική εισβολή.
‘Όπως λέει κι ο Θουκυδίδης, « ἐτράποντο πρὸς λῃστείαν, καὶ τὸν πλεῖστον τοῦ βίου ἐντεῦθεν ἐποιοῦντο, οὐκ ἔχοντός πω αἰσχύνην τούτου τοῦ ἔργου, φέροντος δέ τι καὶ δόξης μᾶλλον·»  
Και στο κάτω κάτω αυτά είναι «τα  γιγνόμενα μὲν καὶ αἰεὶ ἐσόμενα, ἕως ἂν  αὐτὴ φύσις ἀνθρώπων ᾖ.»
 Λεηλασία λοιπόν εκ των έσω. Η Ρήνα Κατσελλή δεν ψέγει, δεν τοποθετείται εθνικιστικά, έχει την ανοχή του ανθρώπου που ξέρει, που φιλοσόφησε.
Στα δυο πρώτα διηγήματα με πρωταγωνιστές τουρκοκύπριους παρατηρούμε πως τα σχέδια διαμοιρασμού των περιουσιών των ελληνοκυπρίων ήταν κοινός τόπος γι’ αυτούς από τη δεκαετία του 50. Όταν όμως ήλθε το πλήρωμα του χρόνου εμφανίστηκαν και τα ψήγματα των ανατροπών.

Παράθεμα. Ρήνας Κατσελλή, Πρόσφυγας στον τόπο μου, σελ. 46. 2/8/1974
Στην Κερύνια οι Τούρκοι αδειάζουν τα σπίτια από το κάθε τι και στέλλουν με πλοία τα νοικοκυριά μας στην Τουρκία.
Στο διήγημα. Ο Ισμαϊλης:  ζει σε μια πόλη που δεν είχαν ποτέ προστριβές οι σύνοικοι.  Με την εισβολή άλλαξαν τα ήθη των ανθρώπων, σκοτωμένοι στους δρόμους κι η κλοπή δεν θεωρείται κλοπή.
«Ποιοι αννοίξαν τα σπίδκια τζαι εκλέψαν πράματα; Ρώτησε η Περβίν.
«Εν τα εκλέψαν, ενι δικά μας τωρά ούλλα. Ούλλα!». Στο μυαλό του το σπίτι του αφεντικού του, του Μιχάηλου.
« Πρώτα θα έπαιρνε ό, τι μπορούσε από το σπίτι, ύστερα ήταν και το μπαρ κάτω στο λιμάνι. Η κατάσταση άλλαξε, ήρθαν τα πάνω κάτω. Δεν μπορούσε τάχα να ήταν δικό του και το μπαρ; Τώρα δεν ανήκε στον Μιχάηλο το μπαρ ούτε το σπίτι. Τώρα δεν ήταν κανενός! Η κατάσταση άλλαξε, ήρθαν τα πάνω κάτω. Εγύρισεν ο τροχός΄   ώρα να γαμήσει τζιαι ο φτωχός.»

Στο ακόλουθο διήγημα της κατηγορίας Λεηλασία εκ των έσω, οι πρωταγωνιστές Εσάτ και Ορχάν γεμίζουν την αποθήκη του Ορχάν με  ψυγεία από τα ελληνικά σπίτια, πριν τα αρπάξουν οι στρατιώτες και τα στείλουν στην Τουρκία, όπως ήταν η διαταγή του Τούρκου διοικητή της πόλης.
Κοντά στην εκκλησιά του αγίου Γεωργίου στο Ρηάτικο ο Ορχάν εισηγείται το άνοιγμα της εκκλησιάς και το διαγούμισμά της. Κανένας όμως ως τώρα δεν είχε πειράξει τον άγιο. Μπαίνοντας στο σπίτι του παπά, βρίσκουν το μεγάλο κωμοδρομήσιμο κλειδί της εκκλησιάς. Ο Εσάτ δεν δέχεται να κλέψουν από την εκκλησιά.  Θυμάται πως ο παπαΑγάπιος του έδινε κόλλυβα και άρτο, τον πήρε στο γιατρό όταν ήταν άρρωστος.
Στο απέναντι σπίτι μένει η Μάρθα με  τούρκο αγαπητικό, τον Ράμι. Πάει εκεί, της δίνει το κλειδί της εκκλησιάς.
«Γιατί μου έφερες το κλειδίν, Εσάτ; Εμπόρειες να αννοίξεις τον Άη Γιώρκην τζιαι…»
 «Γιατί Θεός τούρτζικα ένι Αλλάχ, Αλλάχ ελληνικά ένι Θεός, εγγλέζικα ένι Γκοτ, Μάρθα. Ο Θεός ένι καλός! Αγαπά πλάσματα που έπλασε.»

Στο τρίτο διήγημα της αυτής κατηγορίας Το κλεφτρόνι η Γιαλλούρα από  οικογένεια κλεφτών μένει στην Κερύνεια.
Ο άντρας της πάει στο περβόλι του, τον ξυλοφορτώνουν οι Τούρκοι κι επιστρέφει άρρωστος στο σπίτι.
Η Γιαλλούρα θυμάται πως σ’ ένα εγγλέζικο σπίτι που καθάριζε υπήρχαν φάρμακα, πάει αλλά βρίσκει και μεγάλο θησαυρό των εγγλέζων, συνεχίζει να μαζεύει όσα μπορεί τις επόμενες νύχτες, έρχεται ώρα και μεταφέρονται τα πάντα στις ελεύθερες περιοχές, με τα απαραίτητα φιλοδωρήματα στους τούρκους αστυνομικούς.
Μπορεί τώρα να σχεδιάζει το μέλλον των παιδιών της. Ο άντρας της ξεψύχησε στις ελεύθερες περιοχές, μα έπρεπε να περιλαμβάνεται στους νεκρούς του πολέμου, αφού αυτοί τον σκότωσαν στο ξύλο.
Ένα πικρό σχόλιο στο τέλος. Αν δεν είχε πλούσια ζωή, είχε ένα ηρωικό θάνατο. Και γιατί όχι!

Το διήγημα «Χέψινις» είναι από τα πιο δυνατά στη γραφή. 1974.
Λευκωσία, στις αποθήκες της ΚΕΟ, σε τρίτο πρόσωπο η αφήγηση, αναδρομή στο παρελθόν, όταν ο Μπεχά ήταν στο χωριό, κι οι πλασιέ έρχονταν στο μπακάλικό του. Τώρα όλα έγιναν επίταξη από το στρατό, γι’ αυτό τρεις φορές τη βδομάδα είναι αναγκασμένος να έρχεται στην πρωτεύουσα να γεμίζει δυο καλάθια, δεν είχε ούτε αυτοκίνητο.
Διάλογος Τζιελάλη- Μπεχά. «Γεια σου Μπεχά, ευχαριστημένος τωρά;» μια αμφίσημη φράση. «Ευχαριστημένος καλό!» του είπε κοφτά. Ο άλλος συνεχίζει: «Αθθυμάσαι τα λόγια μου;»
Στο λεωφορείο. Αναδρομή στο παρελθόν:  Μπεχά και Γιουσούφ, πρώτοι φίλοι και συμπεθέροι, κουτσοπίναν βεσόπα. Θα ερχόταν η μητέρα πατρίδα, θα έσφαζαν, θα έπαιρναν από μισό χωριό, ο Γιουσούφ ήθελε και κομπολόι από τις ρόγες των γυναικών. Εγκιβωτισμένη αναδρομή στην αναδρομή: ο Γιουσούφ με κομπολόι αλλά από αποξηραμένες κεφαλές μικρών πουλιών.
Τράνταγμα του λεωφορείου. Ο Γιουσούφ είναι ήδη πεθαμένος. Δεν είδε τη μεγάλη πατρίδα να έρχεται.  Αυτός, άλλη αναδρομή στο παρελθόν: η εισβολή. Πήρε μέρος με την ομάδα του Τεκίν, πρωτοπαλίκαρου της ΤΜΤ. Περιγραφές σκοτωμών, αιχμαλωτισμένων, με ένα κρυφό μίσος.
Η αναδρομή συνεχίζεται, άλλη σκηνή: ο Τούρκος αξιωματικός συγκεντρώνει τους εγκλωβισμένους, τους στήνει στον τοίχο, τι να τους κάνει, «Να τους σκοτώσεις!» ευθύς λόγος, παραστατικότατα. «Χέψινις; Όλους; Χέψινις»  διάλογος.
Η Νερίμ όμως, γυναίκα του Μπεχά, με άλλες χανούμισσες εναντιώνονται. Η Νερίμ τον τράβηξε άγρια στο σπίτι, τρίτο πρόσωπο. «Πότε η Νερίμ έμαθε να τραβά άγρια τον άντρα της;»  Τριτοπρόσωπη σκέψη –σχόλιο- του Μπεχά. Μεγάλη η τέχνη σου, Ρήνα Κατσελλή. Ζωντανή η θεατρική σκηνή μπροστά μας. Η Νερίμ, η φωνή της δικαιοσύνης, ο Μπεχά της ανδρικής κυριαρχίας, πάει να σηκώσει χέρι, τον αρπάζει ο εγγονός Ερόλ, το πρόσωπο της ειρήνης.
Διάσπαση στην οικογένεια: η Νερίμ φεύγει μαζί με τον Ερόλ με το αυτοκίνητο του Μπεχά.
Το λεωφορείο συνεχίζει το ταξίδι. Ξανά η αναδρομή στο παρελθόν. Φευγάτοι η γιαγιά κι ο εγγονός.
Το λεωφορείο συνεχίζει το ταξίδι. Σεπτέμβρης 74, με αδρές πινελιές το ωραίο τοπίο, ο νους ξανά στους νεκρούς, «τους νεκρούς τους έλουσαν ασβέστη και τους έθαψαν, ξεβρώμισε ο τόπος…»
Τα πράγματα δεν ήρθαν όπως τα περίμεναν, δεν πήραν όσα ονειρεύονταν, μόνο ο αρχηγός της ΤΜΤ της περιοχής… και τα σπίτια σε ξένους…
Στάση το λεωφορείο, κατεβαίνει στην Κερύνεια. Ο Τζιελάλης προθυμοποιείται να τον πάρει με το διπλοκάμπινο στο χωριό. Φτάνουν στον προορισμό.
Ο Τζιελάλ ξέρει. Η Νερίμ σε άσχημη ψυχολογική κατάσταση. Ο εγγονός πήγε στο Λονδίνο για σπουδές μουσικής. Πολλή λύπη στην οικογένεια.
Στο μαγαζί. Ο Tζιελάλης ξετρυπώνει μια μπουκάλα βεσόπα από το διπλοκάμπινο, τέλος ο γρίφος. «Θυμάσαι τα λόγια μου; Είπα σου´ τώρα που ήρθε η μητέρα πατρίδα, εμείς θα περάσουμε χειρότερα που τους Έλληνες΄ η μητέρα πατρίδα ήρθε για τον εαυτό της όχι για μας! Για τούτο θα προσπαθήσει να μας ξιλείψει’» « Χέψινις;” “ Χέψινις”.
Εδώ τελειώνει το πρώτο μέρος του βιβλίου Ψήγματα Ανατροπών Β΄
Το δεύτερο μέρος, με γενικό τίτλο Ξενοδοχείο Dome Κερύνεια 1974-75 περιλαμβάνει πέντε διηγήματα:   
Παράθεμα. Ρήνας Κατσελλή, Πρόσφυγας στον τόπο μου, σελ 45.
Χτες μάθαμε νέα του Κόκου. Είναι ακόμη στο ξενοδοχείο μαζί με χίλιους οκτακόσιους άλλους Κερυνιώτες και με φρουρά των Ηνωμένων Εθνών απ’ έξω. Πολλοί πρόσφυγες έχουν καταφύγει στο χωριό Μπέλλα παϊς.
Το πρώτο διήγημα Ισότητα  σε πρωτοπρόσωπη αφήγηση, με διαλόγους όπου δει, μεταφέρει στις πρώτες μέρες μετά την τουρκική εισβολή στην Κερύνεια, με τη ματιά και την αφήγηση ενός συνδικαλιστή της αριστεράς, που προβληματίζεται αν όντως τώρα υπάρχει ισότητα στη μικρή κοινωνία των εγκλωβισμένων στο ξενοδοχείο Ντόουμ, όπως τη διδασκόταν στα ακτίβ.
Παράθεμα. Από το βιβλίο Πρόσφυγας στον τόπο μου, σελ. 72, Χριστούγεννα 1974
Μας είπε κάποιος συμπολίτης μας πρόσφυγας με μεγάλη δόση κακεντρέχειας: «Το μόνο καλό της προσφυγιάς είναι που τους εξίσωσε όλους.» «Διαφωνώ.»
Ευτυχισμένες μέρες-Νικολάκης
Ο Νικολάκης εγκλωβισμένος με τη μάμμα του στο Ντόουμ, υπάλληλος Τράπεζας, βρίσκει μέσα στο ξενοδοχείο τον εαυτό του, τον αποδέχονται, τον σέβονται.  Η μάμμα όμως προτρέπει την υπογραφή αίτησης για απελευθέρωση. Τέλος, φτάνει επιστολή από την Τράπεζα: δεν πρόκειται να συνεχίσει να πληρώνει, αν δεν παρουσιαστεί στη δουλειά.
Στην ανηφόρα του βουνού, πριν το στρίψιμο… είδε καθαρά το ξενοδοχείο… και το πλάκωμα μέσα του έγινε αφόρητο. Για να το ελαφρώσει έβγαλε βαθύ αναστεναγμό αναπολώντας τη ζωή που έζησε σε αυτό. «Ευτυχισμένες μέρες!..» ψιθύρισε. «Τι είπες Νικολάκη» τον ρώτησε η μάμμα του. Δεν βρήκε τη δύναμη να της απαντήσει. Της πήρε μόνο το χέρι και της το έσφιξε, όπως όταν δίνουμε συλλυπητήρια στις κηδείες.
‘Επιθεώρηση΄ σπιτιού
Παράθεμα: Ρήνας Κατσελλή, Πρόσφυγας στον τόπο μου, σελ. 45. Όλο και περισσότερο σκέφτουμαι τη βαλίτσα με τα ημερολόγια και τα άλλα πολύτιμα για μένα χαρτιά που άφησα πίσω. Γιατί; Δεν έπρεπε. Φυσικά τόσος κόσμος χάνεται και εγώ σκέφτουμαι λίγα κουρελόχαρτα. Αν όμως χαθούν, θα πληγωθώ αφάνταστα. Θα πρέπει να λογαριάζουμαι κι εγώ από τους βαριά τραυματισμένους, ίσως ακρωτηριασμένους πνευματικά.
Τριτοπρόσωπη αφήγηση, ο Ρεσβάνης, αστυνομικός στο Ντόουμ, υπάγεται στον Μουσταφά. ΄Αμεσος ο λόγος της κόρης του: θέλω να γίνω γιατρός!
Ἀμεση προσταγή του Μουσταφά. Πάρε τον κύριο Φώτη να επιθεωρήσει το σπίτι του.            
Αναδρομή στο παρελθόν σε τρίτο πρόσωπο: Η ζωή του  Ρεσβάνη, οι Έλληνες φίλοι του, ο Σωτήρης που τον έβαλε στη δουλειά του εργολάβου πατέρα του. ‘Υστερα επικουρικός, νόμιμος αστυνομικός της Δημοκρατίας.  1963: διαταγή από την Τουρκία να εγκαταλείψουν τις θέσεις τους. Γίνεται υπεύθυνος σταθμού, διαμένει στο Καζάφανι.    
 Φτάνουν στον προορισμό. Ο Φώτης το μόνο που παίρνει: τα σκούρα γαλάζια τετράδια της θείας του. Καταλαβαίνετε. Και ευχαριστούμε.
Ένα τσιγάρο, άλλη εγκιβωτισμένη πρόσφατη ιστορία. Ο Ρεσβάνης συνοδεύει Τούρκο αξιωματικό, βλέπει ανάμεσα σε αιχμαλωτισμένους το φίλο του Σωτήρη, του αφήνει ένα τσιγάρο, του κοστίζει την υποβάθμιση.
Το βάρος όμως είναι η κόρη. Ο Φώτης σπουδασμένος της Αγγλίας επιβεβαιώνει:  Η Αγγλία είναι καλή για σπουδές. Έτσι η κόρη του θα απαλλαγεί από το ρεμάλι τον τούρκο αξιωματικό που την πολιορκεί.
 Ένα κόσμημα που δόθηκε από το Φώτη στο Ρεσβάνη επιστρέφει στην παλάμη του Φώτη με ένα μεγάλο ευχαριστώ.  «Εν εντάξει.»  Ποιος ελευθέρωσε ποιον!
Καλή ψαριά οι προσφυγούλες
Ένας ξακουστός ψαράς, στο Ντόουμ, ψαρεύει αρκετές προσφυγούλες, για να τις γλεντήσει το βράδυ κρυφά με φίλους και καλό κρασί. Θυμούνται περασμένες ευτυχίες. Η συγκίνηση διαπερνά και τους αναγνώστες στο τέλος του διηγήματος, με την προϋπόθεση πως ξέρουν τι σημαίνει Κατσελλής.
«Ακόμα και ο Κωστής εκείνο το βράδυ ονειρεύτηκε πως ήταν Κυριακή και αυτός μικρός έπαιζε με τα πολλά ξαδέλφια του στην βεράντα του ξενοδοχείου κάτω από τα στοργικά βλέμματα του παππού και της γιαγιάς.»
Τελευταίο διήγημα της συλλογής. Οι κουμπάροι, 1975
Το πραξικόπημα, η ΕΟΚΑ Β, η χούντα, οι χουντικοί κι όσοι στάθηκαν αφορμή για την τουρκική εισβολή έρχεται ώρα μετά το κακό, να αντιμετωπίσουν τη δίκαιη επιθετικότητα των παθόντων.     
Η Αθηνά κι ο τυφλός Κλεάνθης μακαριακοί,   η Άννα κι ο Πορφύρης γριβικοί, στην αρχή όταν βρέθηκαν  στο ξενοδοχείο, η Αθηνά τους επιτέθηκε, τώρα όμως μεταφέρονται. Τους έδωσαν σπίτια προσφυγοποιηθέντων Πελαπαϊσιωτών. Κοινή η τύχη και το μέλλον αόρατον. Είναι ώρα όμως να επισκεφθεί πια η Αθηνά κι ο Κλεάνθης την Άννα και τον Πορφύρη.
Διαβάζω: Η Αθηνά περνώντας το κατώφλι ήταν σίγουρη πως η ύπαρξή της, όπως και αυτών, περνούσε από τα γήινα σε μια άλλη διάσταση, όπου τα πάντα σίγουρα θα ήταν πολύ διαφορετικά, γεμάτα φως και ηρεμία.
«Καλημέρα, Πορφύρη», ξεστόμισε λέγοντας αργά το όνομά του καθώς του έσφιξε το χέρι, πριν να πέσει στην ανοιχτή αγκαλιά της Άννας, όπως παλιά.           ΤΕΛΟΣ ΔΙΗΓΗΜΑΤΩΝ



Κυρίες και κύριοι,        
Η γενική θεώρηση του βιβλίου της Ρήνας Κατσελλή Ψήγματα Ανατροπών και η ειδική Ψήγματα Ανατροπών β΄ ήταν για μένα και πάλιν ένα σχολείο, αφού όντως γηράσκω διδασκόμενος. Τα δυο αυτά βιβλία διηγημάτων της υπάγονται στο όλο του έργου της, και φωτίζονται από αυτό, αφού μιλούν για τον ίδιο κόσμο. Ακόμα και ο πόλεμος ως πατήρ όλων των ανατροπών υπάγεται σε κάτι γενικότερο, το εν.
Αυτή την ενότητα βλέπουμε να επιζητούν οι ήρωες του έργου, μακριά από τις διασπάσεις και τις συγκρούσεις. Σ’ αυτή την ενότητα του έργου της Ρήνας Κατσελλή συμβάλλουν και τα δύο αυτά βιβλία, κι όλα μαζί αποτελούν τον ένα κόσμο, το παν, όπως το έχει εκφράσει η καλή μας συγγραφέας.
Τελευταίο παράθεμα. Ρήνας Κατσελλή Πρόσφυγας στον τόπο μου, σελ 51.
1/9/1974     Χτες θυμήθηκα την περικοπή του Ευαγγελίου «Θησαυρίζετε θησαυρούς εν  ουρανώ, όπου ούτε σης ούτε βρώσις αφανίζει και όπου κλέπται ου διορύσσουσι ουδέ κλέπτουσι» Πόσο κατάλαβα αυτή την περικοπή! Ναι, το ζήτημα είναι να μην αφήσουμε τον εσωτερικό μας κόσμο να σκληρύνει ή να ασκημίσει με τις αδικίες που μας κάνουν. Να μείνουμε και στην προσφυγιά μας αξιοπρεπείς, να έχουμε τους ανιδιοτελείς στόχους μας. Και να παλεύουμε. Κι αν μας αδίκησαν, να μη γίνουμε εμείς άδικοι κι αν μας λεηλάτησαν τα αγαθά μας, να μη λεηλατήσουμε και εμείς την ψυχή μας από ό, τι καλό και αγαθό έχει.

Ευχαριστώ