Κυριακή, 14 Αυγούστου 2016

Πεποικιλμένη Θεόμορφη

Στέλιου Παπαντωνίου
Πεποικιλμένη Θεόμορφη

Πεποικιλμένη στη θεία μοίρα
Των πορτοκαλεώνων Μόρφου κωμόπολη
Στεφανώνεις μυρουδιές αμνημόνευτες
Εσπέρια μήλα στη γη τους σκυφτούς
Κι αλέθεις ιδρώτα κρυστάλλινο
Των γηγενών κτητόρων σου.

Δεκαπενταύγουστο λυπηρό
Της Θεοτόκου δάκρυα
Κυλούν στο χώμα σου
Κλίνουν το γόνυ εκκλησιές
Σπίτια μ’ εφτασφράγιστο στόμα
Σκαρφαλώνουν αγωνιώδη τα βουνά.

Το παιδί μην ξεχάσουμε
Με το κρεβατάκι στο χέρι
Της αγάπης τα στέφανα
Στο στενό του νερού
Σ΄ ένα κάμπο του πράσινου.

Του μεσονυχτίου μηνύματα
Μετρούν αποστάσεις
Δεν αρκούν  τα καύσιμα
Ούτε Λεωνίδας στα στενά
Ούτε ο Κίμωνας στο Κίτιο.

Μόνοι κι απέλπιδες
Αναμέλπουμε στη θανή σου
Σπεύδουν των ονείρων τα κλιμάκια
Των εχθρών οι ορδές
Καταπατούν ερυθρόμορφα
Τις ρίζες των δέντρων.

Το παιδί ασφαλίζει
Την παρουσία μας στη γη
Το κλάμα του τρυπά τις χορδές
Της λύρας και της σάρισας
Τα τέκνα μεγαλόπνοα μάχονται
Πέφτουν δεμάτια στο χώμα
Τραβά τα μαλλιά
Τάφους ανεωγμένους
Μη παρίδεις Δέσποινα.

Στη θανή Σου μαζί Σου
Κι η Θεομόρφου συνοδός
Αστράφτει στον αιθέρα η ασπίδα σου
Γονατίζουν τα ουράνια
Θερμοπαρακαλούν οι πιστοί
Αφανίζουν το μαμμωνά και τη δόξα τους.

Κι ανεβαίνουν στα βουνά
Φάλαγγες ακινήτων
Αποχαιρετούν κλωνάρια τα δέντρα
Κι οι πορτοκαλεώνες απότιστοι.

Κόνικλοι και πετεινά
Σκάβουν τον τάφο
Σ’ ερημικό εξωκλήσι
Θρηνούν κλειστά τα παράθυρα
Διαγράφουν το χάρτη
Της Θεοτόκου εντάφια.

Αι γενεαί πάσαι
Ύμνον τη ταφή σου προσφέρουσι
Χώμα και νερό
Αγέρας και θάλασσα
Μυρωμένοι κάμποι
Σπίτια κι αλέτρια.

Ολέθριος αρειμάνιος μύστακας
Των ορδών των βαρβάρων
Σαγήνη κι ελκτήριο πράσινο.

Τα παιδιά στην αγκάλη
Τους γέροντες γονείς στους ώμους
Ο Αινείας χαροποιείται
Οι μιμητές των ανέμων
Εξαφανίζονται φως στο σωτήριο.

Μαύρα πέπλα στις ρίζες των δέντρων
Το αίμα του λαγού στις πόρτες μας
Τα παράθυρα μπαζοβγάζουν
Σκυλιά περιφέρονται
Αγέρια δηλητήρια
Σελήνης αμαρτωλής όργιο νέο
Μελανοφορούν τα λεμόνια.
Κι ανεβαίνουμε το βουνό
Κι ανασαίνουμε βαριά τη χλαίνη
Της αναρίθμητης αναδίπλωσης άρβυλα
Μ’ ένα βολβό στο χώμα
Μ’ ένα βολβό στον ουρανό
Και στην καρδιά φλεγόμενη σφαίρα.

Βαραίνουν τα πόδια
Αλυσίδες τα χέρια
Με τη μοίρα των παιδιών μας
Οι ανάξιοι των παραδείσων
απωλεσθέντων
καμπουριασμένοι της άγνοιας
Κι εκείνη
Πεποικιλμένη στη θεία δόξα της
Αίρεται στα ουράνια.

Έτσι κι εσύ
Θεομόρφου κι ανέμελη
Στων πορτοκαλεώνων τους ήλιους
Σε βλέπουμε σήμερα
Ν’ ανεβαίνεις μαζί της στον ουρανό
Στην αγκαλιά του Υιού της
Στις καρδιές των παιδιών σου
Μόρφου κωμόπολη
Ως την επάνοδο.
ΤΕΛΟΣ