Πέμπτη, 30 Ιουνίου 2016

Οι εκκλησιές της γειτονιάς μου

Οι εκκλησιές της γειτονιάς μου
Στέλιος Παπαντωνίου
Σε μια ακτίνα εκατόν μέτρων βρίσκει κανείς στη γειτονιά μου, ξεκινώντας από τον άγιο Κασσιανό, τον άγιο Λουκά, τον άγιο Ιάκωβο, τον άγιο Γεώργιο και τη Χρυσαλινιώτισσα, χώρια οι μικρές εκκλησούλες χαλασμένες από καιρό, όπως του άϊ Νικόλα, πίσω από το Παγκύπριο ή σπίτια που φιλοξενούσαν εικόνες θαυματουργές όπως πίστευαν, κοντά στον άγιο Ιάκωβο, Λαμπηδόνα αν δεν απατώμαι το όνομα, πηγαίναμε καμιά φορά με τη γιαγιά, να προσκυνήσουμε λέει την εικόνα, δεν ξέρω τι κέρδος προσποριζόταν κι η κάτοχος, αμέτοχος εγώ από τέτοια.
Με τον άγιο Κασσιανό είναι πολλοί διαποτισμένοι, τι θάμα και τούτο, ένας άγνωστος άγιος, κάθε τέσσερα χρόνια να γιορτάζει, τόσα παραμύθια να του έχουν βγάλει, κι αυτός, μετά το 74 ύστερα από τόσες επιθέσεις, να στέκεται εκεί, όπως ήταν στη ζωή του, ένα διαβάτης της ερήμου, φιλομαθής και ταπεινός. Μερικοί τον θέλουν τον πρώτο χριστιανό δημοσιογράφο, γιατί λάκισε από το μοναστήρι του αγίου Ιερωνύμου στη Βηθλεέμ με το φίλο του Γερμανό κι άρχισε περιοδείες στην έρημο, συναντούσε μεγάλους ερημίτες κι άρχιζε μαζί τους συζήτηση, τι είναι τούτο και τι είναι κείνο, πνευματικά θέματα, τα κατέγραφε κι ύστερα τα έβαλε σε βιβλίο, δυο μεγάλους τόμους έχουμε σήμερα, μεταφρασμένους στα ελληνικά από τη λατινική, ήξερε και λατινικά και ελληνικά, διάκονος του αγίου Χρυσοστόμου και πρεσβευτής του στον πάπα, τότε που διωκόταν ο Χρυσόστομος, πέζεψε στη Μασσαλία κι έχτισε μοναστήρια δυο, ένα για γυναίκες κι ένα για άνδρες, στα πανεπιστήμια στο εξωτερικό οι δυτικοί τον θεωρούν τον θεμελιωτή του μοναχισμού στη δύση, αλλά για μένα το ερώτημα ακόμα αναπάντητο, ποιος βρέθηκε στη γειτονιά μας να του αφιερώσει ναό, Θεός σχωρές τον.
Μερακλήδες οι αϊκασσιανίτες, έκαμαν από 1854 μια εκκλησιά ολόγιομη, αρχοντική, το καταλαβαίνει κανείς κάτι χρονιάρες μέρες που περιδιαβάζουμε τις εκκκλησιές σαν Καθαρά Δευτέρα, κι έχουμε την ευκαιρία να συγκρίνουμε. Ως ενορία ήταν μια από τις μεγαλύτερες, ξεκινούσε από την αγια  Σοφιά και έφτανε Χάντακα Καϊμακλί, Καλογριές, πίσω από το Γυμνάσιο της Παλουριώτισσας. Στις μεγάλες του δόξες ήταν τη δεκαετία του πενήντα, κατά τη διάρκεια του αγώνα κι ύστερα,  αρχίζει η κάμψη, καταστροφή και μακελειό.
Χάσαμε το 1958 τον άγιο Λουκά, λίγα θυμάμαι, άσπρη χαμηλή πόρτα, κι έξω πανηγύρι,  μικρή εκκλησιά, κι ύστερα, άρχισαν οι φασαρίες, σύλησαν τα πάντα, τον κατέκαψαν, οι κάτοικοι της ενορίας «την εγκατέλειψαν», συνηθίζουν να λεν οι Τούρκοι, έτσι στα καλά καθούμενα; ήταν κι ένας νεκρός τότε, οδοκαθαριστής, Αντώνιος Ιωάννου, μνημονεύετέ τον, χριστιανοί, ένα ξεχασμένο θύμα.  Οι αϊλουκατίτες σκόρπισαν έκτοτε, την εικόνα του βρίσκαμε παλιά στο παλαιό κοιμητήριο του αγίου Σπυρίδωνα, Λάρνακα πολίτσι λεγόμενο.
Ο άις Κασσιανός λειτουργούσε πρωί βράδυ, εσπερινό όρθρο όσο καιρό ιερέας του ήταν ο ΠαπαΚωνσταντίνος Παπαβασιλείου, από τη Φασούλα Λεμεσού, έμενε στον περίβολο του ναού, σπιτάκια χτισμένα ένα γύρο, οικογένειες στα δωμάτια, πλην του ιερέα που είχε το σπίτι, είσοδος οδός αγίου Κασσιανού, ήταν στις κάμαρες ο παλιός νεωκόρος Χαράλαμπος με τη γυναίκα του Μαρία μικρασιάτισσα και τις δυο κόρες, ο Χαμπής με τον Κώστα, Άντη και Σάββα, κι άλλοι σε μικρότερες καμαρούλες, ένα μικρό χωριουδάκι, μα εκεί ήταν το κέντρο και της λατρείας και του παιχνιδιού μας, μπάλα και πιριλλί, χωστό κι άλλα της εποχής, φωνές παιδικές να τεντώνουν νευρικές χορδές κι οι μανάδες να φωνάζουν «ελάτε έσσω, ενύχτωσεν, εν τζι εν χορτασιά το παιγνίδιν!»
Ευτυχήσαμε να έχουμε από το 1950 περίπου στην εκκλησιά ένα μοναδικό ψάλτη, Αλέξανδρος Παπαχριστοδούλου, εξωμετοσιανός, στα οχτώ μου ο παππούς Στυλλής με πήρε από το χέρι, μόλις είχεν έλθει ο νέος ψάλτης, πριν ήταν ο Νικολάτζιης Νικολαϊδης, μια στιγμή που έμεινε χαραγμένη, με παίρνει από το χέρι, εδώ θα μπαίνεις την Κυριακή, μου λέει, κι έκτοτε μπήκα στο ψαλτήρι κι έμεινα στη θέση μου, παρά τω ιεροψάλτη. Ο άγιος Κασσιανός βρίσκεται στις δόξες του τη Μεγάλη Βδομάδα, το ξέρουν και σήμερα ακόμα πολλοί φιλοθεάμονες μάλλον, γιατί το Μεγάλο Σάββατο με το ανάστα ο θεός σείεται η εκκλησιά εκ θεμέθλων ως τις αψίδες, με τα μαύρα να σωρεύονται, τους νέους ανεξαρτήτως ηλικίας να καιροφυλακτούν στα παρασκήνια ποιος θα πιάσει σημαία, εξαπτέρυγα, ανάσταση, κι άλλα τέτοια ζωντανά και ανθρώπινα με τους σκάμνους να αντέχουν, παλιοί καλοί μαστόροι!
Η εκκλησιά μας γνώρισε δόξες στην αρχή της αρχιεπισκοπίας και Μακαρίου Γ΄, γιατί ως τότε ήταν προνόμιο την 1 Ιανουαρίου ο αρχιεπίσκοπος να έρχεται στον άγιο Κασσιανό, καταργήθηκε όμως, εκείνος ξέρει γιατί!
Τον άγιο Ιάκωβο τον Πέρση, απλώς περνούσαμε και τον προσκυνούσαμε, ήταν εκεί μια μεγάλη αυλή, τον καιρό μας Καθαριστήριο Ψιντρίδη, παλαιότερα ορφανοτροφείο, ο ναός με ένα δυο σκάμνους σαρακοφαγωμένους, απέναντι ένας ιερομόναχος, οι μελετητές ξέρουν καλύτερα. Απ’ εκεί περνούσαμε για  να πάμε οδός Ερμού, γκαζόζες Ουράνιου ένα εργοστάσιο,  μεταλλουργεία και χυτήρια στο δρόμο, δεξιά τουρκομαχαλλάς, μια παλιά αποθήκη οινοπνευματωδών, με τελωνείο ή τελώνες, σπιτάκια, με μπαλκόνια άλλα, και κάτι καμάρες, εκεί και το εικόνισμα που λέγαμε, και παρακάτω μπαίναμε στο βασίλειο της Οδού Ερμού, με τα μπακάλικα, το κουφετάδικο, τις ταβέρνες, ως το σταυροδρόμι με το αξέχαστο παντοπωλείο πιο πάνω, του Χριστοδουλόπαις, του Πλατάνη, την οδό Χρυσοχών, άλλη φορά αυτά.
Ανάμεσα στα δυο δημοτικά σχολεία αγίου Κασσιανού, το Παρθεναγωγείο και το Αρρεναγωγείο, ήταν το εκκλησάκι του αγίου Γεωργίου, περβόλι ήταν εκεί προηγουμένως, το εκκλησάκι δεχόταν την προσευχή μας, εκεί στα Δημοτικά μεταφέρθηκαν παραρτήματα του Παγκυπρίου, πριν από τις εξετάσεις και τα διαγωνίσματα, άι Γιώργη βόηθα. Τον Ιερόθεο, ιερέα που διέμενε στην αρχιεπισκοπή θυμάμαι, τον Άδωνη ψάλτη, (Αδώνιδος συζύγου και τέκνων, μνημόνευε ο παπάς) και τον Ανδρέα.
Η εικόνα του βρίσκεται σήμερα στην ιερά μονή Μαχαιρά, πέρσι μας έστειλε αντίγραφο ο ηγούμενος στον άγιο Κασσιανό, να τον γιορτάζουμε του άι Γιώργη του Σπόρου, καλά να είναι κι αυτός κι ο επίσκοπος που μερίμνησε. Ένας πυροσβέστης, γείτονας εδώ, ήμουν εκεί την ημέρα που τον έκαψαν, τι είχε γίνει δηλαδή, οι ειρηνευτές ειδοποίησαν πως οι Τούρκοι θα κάψουν την εκκλησιά, κι άρχισαν όσοι ήταν εκεί να μεταφέρουν εικόνες, ο Σταυράκης της Νιόβης ως σήμερα νιώθει το βάρος και τα δάκρυα της εικόνας του, έζησε μοναδικές στιγμές, ο πυροσβέστης λοιπόν στεκόταν εκεί στο κάγκελο, πού είναι οι Τούρκοι ρε παιδιά, κι ένας πίσω του, εδώ μάστρε!
Ο άγιος Γεώργιος ξανάζησε δόξες τότε που οι γυναίκες αγωνίζονταν, έκαμαν γιούργια στο ναό, συνελήφθησαν πολλές, κι ο μητροπολίτης Κιτίου Χρυσόστομος κι ο Αρσινόης Γεώργιος, μετέπειτα Πάφου, 1989.
Η Χρυσαλινιώτισσα είναι η αρχαιότερη της περιοχής, από τον καιρό των Παλαιολόγων, της έγιναν πολλές αλλαγές, δεν ξέρω να της έμεινε και τίποτε από το παλιό χτίσμα, οι ανάγκες της γειτονιάς και του εκκλησιάσματος της έδωσαν άλλες διαστάσεις, μπαίνεις μέσα και νιώθεις τον πλούτο. Εκεί κάναμε κατηχητικό στο δημοτικό,  όταν ιερέας ήταν ο Παπάνδρεας Στεφανίδης, συγκρίναμε πάντα τους επιταφίους, τις νύχτες που κλέβαμε λουλούδια για να τους στολίσουμε, προσκυνούσαμε κάθε Καθαρά Δευτέρα σίγουρα, τότε που δεν είχε συνήθειο ο κόσμος να περιδιαβάζει τους επιταφίους, αλλά ζητούσε δύναμη από εφτά εκκλησιές για ν’ αρχίσει το καλό στάδιο.  Η Χρυσαλινιώτισσα γειτόνευε με τον παλιό Ολυμπιακό, εκεί τον καιρό της ΕΟΚΑ συγκεντρωνόμασταν για χορωδίες, για εθνικά μνημόσυνα, μαθήματα και «εθνική διαπαιδαγώγηση» , στο στρατό μπήκε στη ζωή μας ο όρος.

Για τη γειτονιά μας, οι εκκλησιές ήταν το κέντρο της ζωής μας, εκεί μάθαμε να διαβάζουμε, να απαγγέλλουμε, να ακούμε βυζαντινή μουσική, να ψάλλουμε, να μελετούμε τις εικόνες, να προσευχόμαστε, να συμπεριφερόμαστε, να σεβόμαστε, να παίρνουμε την ανάλογη στάση, δεν κρατάς ένα εξαπτέρυγο όπως μια σκούπα, εκεί το παιχνίδι, το κουτσομπολιό, τα πρώτα χτυποκάρδια, οι κορούδες της εποχής, η τάξη, η λειτουργία, το χάος του κενού χρόνου, η εκκλησιά ως τόπος και χρόνος, γιορτές, τρόπος ζωής, διδασκαλείον το μέγα.