Τρίτη, 28 Απριλίου 2015

Παρουσίαση βιβλίου στην Καστελιώτισσα

΄Αννας Νεοφύτου, «Λαϊκή Λατρεία στην Παραδοσιακή Κοινωνία της Κύπρου
Οι γιορτές του Δωδεκαημέρου»,
Του Στέλιου Παπαντωνίου


Κυρίες και κύριοι,

Θεώρησα μεγάλη τιμή την πρόταση του Λαογραφικού Ομίλου Κερύνειας και του
Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών
να παρουσιάσω το βιβλίο της Άννας Νεοφύτου
«Λαϊκή Λατρεία στην Παραδοσιακή Κοινωνία της Κύπρου-
Οι γιορτές του Δωδεκαημέρου».

Πρόκειται για κατάθεση μεγάλου μέρους της ζωής της Κύπρου και του πολιτισμού της.
Κι είναι σημαντικό το βιβλίο αυτό για τον καθένα μας γιατί
καθρεφτιζόμαστε σ’ αυτό,
ξαναβρίσκουμε τον κόσμο μας και τον εαυτό μας,  
αποκτούμε αυτογνωσία,  ξαναζούμε την παιδική μας ηλικία,
 αναζωογονούμαστε.         

Το βιβλίο ανήκει στη σειρά των Δημοσιευμάτων του Κέντρου Επιστημονικών Ερευνών. 
Εκδόθηκε στη Λευκωσία το 2014 με επιμέλεια έκδοσης της συγγραφέως.                                
Είναι ένα ογκώδες βιβλίο 712 σελίδων, δεμένο, με εξώφυλλο                                                        
με φωτογραφία του Βασίλη της Πρωτοχρονιάς, κούκλας από ζυμάρι.

Αποτελεί ένα πραγματικό χωνευτήρι πληροφοριών  που έπρεπε να καταγραφούν,
να απομαγνητοφωνηθούν, και προπάντων να οργανωθούν λογικά και επιστημονικά,
ώστε το όλο να συμβάλει στη μελέτη του ελληνικού πολιτισμού.

Το βιβλίο αρχίζει με Πρόλογο και Εισαγωγή και χωρίζεται σε πέντε μέρη,
Α. Το Δωδεκαήμερο και οι Καλικάντζαροι,  Β. Τα Χριστούγεννα, Γ. Η Πρωτοχρονιά,
Δ. Τα Κάλαντα και τα Φώτα,  Ε. Παιχνίδια του Δωδεκαημέρου.
Τα πέντε μέρη συμπληρώνουν
Παράρτημα με χάρτη,
Πίνακας καταγραφέων των μαρτυριών,
Πίνακας πληροφορητών,
Κατάλογος φωτογραφιών,
Γλωσσάριο,
Βιβλιογραφία,
Ευρετήριο χωριών και πόλεων
και τέλος, Θεματικό Ευρετήριο.

Αναλυτικότερα


Στον Πρόλογο η Άννα Νεοφύτου παρουσιάζει τον τρόπο οργάνωσης της όλης εργασίας.
Δεν μπορώ όμως να μην αναφερθώ στο ξεχείλισμα της καρδιάς όταν γράφει:  
«Κάτι που μας συγκινούσε κατά τη διάρκεια της έρευνας,
ήταν τα ονόματα των ανθρώπων, και των χωριών.
Για μας το όνομα δεν είναι κάτι άψυχο και κενό νοήματος,
νιώθουμε ακόμα και σήμερα την ψυχή του ανθρώπου
να κτυπά πίσω από τις γραμμές κάθε μαρτυρίας.
Έχουμε τόσα βιώματα από την πορεία μας στα χωριά,
όπου ψάχναμε να βρούμε τους ξεριζωμένους ανθρώπους της πατρίδας μας.
Και είχαν να μοιραστούν μαζί μας πολλά, μα πιο πολύ τις μνήμες από τους τόπους μας.
Η όλη εργασία πλούτισε την ψυχή μας… ,
ήταν ένα πολυδιάστατο μάθημα που παραδίδει ένας λαός στα παιδιά του,
την περηφάνια και την αξιοπρέπειά του.
Συνειδητοποιήσαμε σταδιακά
γιατί επιβίωσε ο Ελληνισμός στην Κύπρο.
Γνωρίσαμε έναν κόσμο καλοσυνάτο, εργατικό.»


Αυτά στον Πρόλογο.

Στην Εισαγωγή τώρα,  γεμάτη παλμό συγκινησιακό
από τη γνωριμία με τον λαϊκό μας πολιτισμό και τις αρχέγονες ρίζες του,
επαναλαμβάνεται το θαυμαστό της ζωντάνιας της παράδοσης,
της μεγάλης σημασίας της στη δημιουργία και συντήρηση πολιτισμού
με αποτέλεσμα την εξασφάλιση της συνέχειας
και εμπέδωση της ταυτότητας των ανθρώπων.

Όπως γράφει η συγγραφέας:
«Ιδιαίτερα ανθεκτική είναι η λαϊκή λατρεία
που γίνεται ένα με την ύπαρξη των απλών ανθρώπων,
που μεταβάλλεται σε οξυγόνο και θρέφει την ψυχή τους.

Στην Κύπρο έχεις την αίσθηση ότι η ζωή των απλών ανθρώπων
πατά στα βήματα πολλών γενεών πριν από μας,
ανακαλύπτεις στη διάλεκτό μας στοιχεία Ομηρικά αλλά και των παππούδων μας.

Μετά την καταστροφή που επέφερε στο νησί μας η τουρκική εισβολή του 1974,
η γνώση της εθνικής ζωής είναι το ίδιο πολύτιμη, όπως και η γνώση της Ιστορίας,
για ένα λαό που θέλει να συνεχίσει την πορεία του πάνω στη γη των προγόνων του.

Πρόκειται για μια Εισαγωγή μεστή περιεχομένου,
που από μόνη της αποτελεί την καλύτερη παρουσίαση του βιβλίου. 

*****************

Αναλυτικότερα
Οδεύουμε στην κατά μέρη παρουσίαση:
Το Α΄ Μέρος, «Το Δωδεκαήμερο και οι Καλικάντζαροι».

Δωδεκάημερο –ως γνωστό - ονομάζουμε την περίοδο ανάμεσα
στις 25 Δεκεμβρίου ως τις 6 Ιανουαρίου
με τρεις μεγάλες γιορτές,
-τη Γέννηση του Χριστού,
-τη Γιορτή του Αγίου Βασιλείου με την Περιτομή του Χριστού και την Πρωτοχρονιά.
-Τελευταία, τη Βάφτιση του Χριστού, ή τα Φώτα.

Οι γιορτές αυτές συνδέονται με τις αλλαγές στη φύση.
Μεγαλώνει η μέρα, αναμένεται η άνοιξη.
Οι αλλαγές στη φύση και η αλλαγή του χρόνου συνοδεύονται με ευχές για καλή χρονιά 
και πίστεις για την δυνατότητα του ανθρώπου
να επεμβαίνει στην τύχη του και στα φυσικά φαινόμενα με μεταμφιέσεις,
ή να προκαλεί τη γονιμότητα της γης
ή να αποτρέπει κακά πνεύματα ως οι καλικάντζαροι.

Βυθισμένοι στις πανάρχαιες ρίζες μας, γυμνοί από τα στολίδια του σημερινού πολιτισμού, 
μέσα στο σκοτάδι και στο κρύο, την ανέχεια και την πείνα, έρμαια των καιρικών συνθηκών, διερχόμασταν το βαρύ χειμώνα, τ’ αφτί μας στη γη,
πότε ν’ ακούσουμε τον πρώτο σπόρο να απολογάται,
πότε να δούμε τις αχτίνες του ήλιου να νικούν το πυκνό σκοτάδι
που μας τύλιγε στους φόβους του.

Μέγα μέρος της ψυχοσύνθεσής μας έχει τις ρίζες του στην αρχαία ελληνική,
στη ρωμαϊκή και στη βυζαντινή εποχή.

Από μια άλλη οπτική, τη θρησκευτική,  
η νέα θρησκεία του Ναζωραίου στα σπάργανα.
Δεν οργανώθηκε ακόμα, πολεμά κι αυτή με τα σκοτάδια της ειδωλολατρίας,
τον θεό  Ήλιο.
Πότε να γιορτάσουμε τη γέννηση του δικού μας θεού;
Πώς θα κατανικήσουμε τον αήττητο Ήλιο,
αν δεν σπρώξουμε στο γκρεμό τη γιορτάσιμη μέρα του, 25 Δεκεμβρίου;

Οι κατά τόπους Εκκλησίες είναι  πολλές και διάφορες,
οι ποικιλίες στους γιορτασμούς φυσιολογικές,
ο σεβασμός των τοπικών εθίμων και αντιλήψεων αναντίρρητος.

Φύση, θρησκεία, Ιστορία, ήθη και έθιμα, 
βαθιά συναισθήματα του αιώνιου ανθρώπου 
διαρθρώνονται οργανικά και σφραγίζουν τη ζωή μας και τη φαντασία μας.


****************
Καλικάντζαροι:  ένας ολόκληρος φανταστικός κόσμος: 
Ο καθένας μέσα στο βιβλίο ας βρει τον εαυτό του. 
Ας κάμουμε το βιβλίο δικό μας.

Ο θείος  από το Βουνό της Κερύνειας, τον είδε. Ήταν νύχτα,
ο καλικάντζαρος τον κορόιδευε, λέει, ήταν εκεί κοντά στο βόδι του,
δεμένο στη ρίζα της ελιάς, και το πλάσμα της νυχτός ,
με τις  αυτάρες και τα κέρατά του, ένα διαβολάκι, παράπλασμα,
μαυριδερός του κουνούσε χέρια πόδια.

Έτρεξε να μπει στο σπίτι, να σωθεί, 
μα ο καλικάντζαρος του κάρφωσε τη βράκα στο χώμα. 
Άλλοι, λέει, τον είδαν σαν γατάκι, σαν κουβάρι βαμβάκι.

Εκεί στον ποταμό –τι ποταμό- δεν κόντευαν, φοβόντουσαν.

Κι η θεία σαν τ’ άκουσε, είπε πως δεν πρέπει να φεύγει νύχτα από το σπίτι,
 να κάθεται στον καφενέ, γιατί οι «καλές γυναίκες» λεγόμενες
άρπαζαν τις χωριανές, σαν έλειπε ο άντρας τους, λέρωναν τα σεντόνια στα ερμάρια.

Την άλλη μέρα πήγε ο παππούς ο παπάς με την αγιαστούρα του,
έκαμε αγιασμό, πήγε το πάσα κακό.

Και κάμποσα ξεροτήανα στο δώμα. Λουκάνικα δεν είχαν, φτωχοί άνθρωποι,
πολυμελής οικογένεια.

Δεν ξέρω αν ήταν ο θείος «αλαβροστοισειώτης»,
μα σαν ήθελε να φοβερίσει τη μάντρα τα παιδιά του
χρησιμοποιούσε αντιπαιδαγωγικά την εμφάνιση των καλικαντζάρων. 

Το συμπέρασμα όμως είναι από τη μελέτη του θέματος πως
«Ο καλός Θεός μας κυβερνά τον κόσμο.
Όλα από Αυτόν ξεκινούν, από Αυτόν εξαρτώνται, σ’ Αυτόν καταλήγουν.»

Για καλό και για κακό έχουμε και τα ξεροτήανα και τα λουκάνικα
με το γνωστό τραγουδάκι.


************************
Το Β’ μέρος του βιβλίου είναι αφιερωμένο στα Χριστούγεννα.

Με δυο χαρακτηριστικά δίστιχα θα δώσω την περίοδο των Χριστουγέννων.
Το πρώτο, «Τ΄ άϊ Φιλίππου πέρασεν τζι ο τζιαιρός περνά,
τζι η Μαρικκού επαντρεύτηκεν τζι εγιώ ακόμα να…»
και το δεύτερο από αναφερόμενο στο βιβλίο και πασίγνωστο του Παλαμά,
« Αχ!  Χριστουγεννιάτικο της φαμελιάς τραπέζι
Που ταίρι ταίρι η όρεξη με την αγάπη παίζει!» 

που σηματοδοτούν αρχή και τέλος του μέρους των Χριστουγέννων στο βιβλίο.

Λίγες μεν οι μέρες, τεράστιος όμως ο όγκος πληροφοριών γι’ αυτές,
γιατί είναι από τις σημαντικότερες της ζωής μας.
Οι προετοιμασίες αναρίθμητα βαριές, ιδιαίτερα για τη νοικοκυρά.

Αλλά πρώτα οι σήκωσες: Ο αρχαίος έρανος.
Η συνεισφορά όλων των μελών της οικογένειας στο τραπέζι.
Έτσι και στου παππού.
Έρχονταν οι παντρεμένες πια κόρες με την οικογένεια και τα καλάθια,
κι όλοι μαζί, από τη χώρα ή το χωριό καθισμένοι μικροί μεγάλοι στο τραπέζι,
στη δίχωρη, με τον παππού να μας τραγουδά πατριωτικά τραγούδια
στο μελιχρό φως της λάμπας του πετρελαίου
παρόλο που η νηστεία του σαρανταήμερου «εν αρκόντισσα»,
σε σύγκριση με την πενηντάμερη  για την ανάσταση.

Δεν είναι μόνο η αίσθηση των οικογενειακών δεσμών.
Είναι κι ο σεβασμός στην ιερότητα των ημερών που θα ακολουθήσουν.
Γι’ αυτό κι η κάθε νοικοκυρά έπρεπε να καθαρίσει το σπίτι «που γωνιάς»,
για να μπει ο Χριστός. Έπρεπε να το στολίσει.
****************************
Τόσον καιρό θυμάμαι στολίδια στο σπίτι θείας μου και δεν ήξερα περί τίνος πρόκειται. 
Τώρα καταλαβαίνω πως ήταν οι γυρισταρκές, 
κρεμαστά στον τοίχο στολισμένα ψωμιά, κουλούρια, κούκλες από ζυμάρι.

«Δέντρον δεν εστόλιζεν τότε ο κόσμος»!

Η οικειότητα των γυναικών με την Παναγία ήταν μεγάλη: ήταν η λεχώνα του σπιτιού.
Έπρεπε να τύχει της ανάλογης περιποίησης.

Όπως προσφέρει η ετοιμόγεννη γυναίκα,
προσφέρει κι η κάθε νοικοκυρά.
Οι άνθρωποι ζουν τη γέννηση του Χριστού όπως τη γέννηση ενός παιδιού.
Σκέφτονται την Παναγία, τις ανάγκες της, θέλουν να είναι κοντά της,
να βοηθήσουν, να ζεστάνουν, να φωτίσουν το χώρο, να διώξουν τα κακά πνεύματα.


 Ένας κόσμος αισθητικής ομορφιάς αλλά προπάντων κόσμος του Θεού,
κοινωνικοποιημένος στο έπακρο,
δεμένος με την Παναγία και το Χριστό από τη μια
και με τον συνάνθρωπο από την άλλη.
                                                                       *****************************
Να σχηματοποιεί στα κουλούρια τις έγνοιες του,
να φτιάχνει το ζεμπύλι του γεωργού, τη σφυρίδα, την αρχαία σπυρίδα,
κούκλες για τα παιδιά, βατραχούθκια,
σήματα του απαραίτητου στο γεωργό νερού
και να ερμηνεύει με τη φαντασία και τη λογική του τα πλάσματα των χειρών του:

«Οι Εβραίοι άψαν φωθκιάν να κάψουν τον Χριστόν.
Η σαύρα έφερνεν ξύλα, ο βάτραχος νερόν τζι΄εσβησεν τη φωθκιάν,
γι’ αυτό η σαύρα ζει στον ήλιο, ενώ ο βάτραχος δροσίζεται στο νερό.»  

Δεν έχουμε μπροστά μας μόνο την καταγραφή και περιγραφή των εθίμων 
ή των κατασκευασμάτων του ανθρώπου.
Προ πάντων είναι η ερμηνεία, το πνεύμα που κρύβεται πίσω από κάθε πράξη, 
ενέργεια, πίσω από τα αντικείμενα.

Το καθετί σχετίζεται με το Θεό, τη φύση, την εργασία, την επιβίωση,
τις δυνάμεις της φύσης που πρέπει να επηρεαστούν θετικά,
για να αποτραπούν οι αρνητικές ενέργειες.
Ένας κόσμος πλήρης Θεών.

Ο ελληνικός κόσμος που άρχισε από την αρχαιότητα,
πέρασε στο Βυζάντιο κι έφτασε σε μας,
ενώνει τους πανέλληνες,
αφού όλα σχεδόν τα έθιμά μας έχουν τα αντίστοιχά τους
σ΄ όλες σχεδόν τις ελληνικές περιοχές.

Για παράδειγμα, αν αρχίσουμε από τη χοιροσφαγία και τον Αθήναιο
«αι των χοίρων φωναί περί τας καλάνδας»
μπορούμε να τελειώσουμε με την πλήρη εκμετάλλευση του χοίρου
με τη χαρακτηριστική φράση,
«το μόνο που χανόταν από τον χοίρο ήταν η φωνή του».

Κι ύστερα από τη χοιροσφαγία
«ερωεύκαμεν τη γειτονιά»,
προσφέραμε δηλαδή στους γείτονες το αναλογούν.
Η φιλαλληλία στο έπακρο.



Σημαντικές όμως είναι κι οι ιστορικές συνθήκες,
ιδιαίτερα στον καθορισμό της ώρας συγκέντρωσης στην εκκλησία,
με τον παπά να ελέγχει αν είναι όλοι παρόντες.

Για να κοινωνήσει κανείς έπρεπε
«να συγχωρεθεί με τον εχτρόν του τζιαι να είναι καθαρός»,

κι ύστερα με τη δέουσα τάξη να σταθεί στη σειρά.

Μετά την εκκλησία το μεγάλο τραπέζι και στο πιο φτωχικό σπίτι,
κι ύστερα ο καφενές, οι επισκέψεις.

Βίος ανεόρταστος μακρά οδός απανδόκευτος.




***********************************

Το Γ΄ μέρος αναφέρεται στην Πρωτοχρονιά.
Μια από τις μεγαλύτερες γιορτές του χρόνου.
«Παραμονή του Άι Βασιλιού η μάνα μας γλήορα γλήορα να κόψει τα  νύσια μας,
να μας λούσει, να μας βάλει στο κρεβάτιν, γιατί ελάλεν, 
“ η νύχτα πόψε ρίζει την ο άις Βασίλης, που μαντρίζει τους σκαλαπούνταρους, 
έσιει τους δημμένους.
Τα κοπελλούδκια εβκαίνναν μες στους δρόμους, εφωνάζαν, ετραουδούσαν, άκουες χαρές.”

Βασικό έθιμο σε ορισμένες περιοχές ήταν τα κόλλυβα: για τους νεκρούς,
για τα ζώα του σπιτιού και ιδιαίτερα για το βόδι,
το συναγωνιστή στη δύσκολη γεωργική κοινωνία της εποχής,
τον σύνοικο σε πολλές περιοχές αλλά και συνδαιτυμόνα,
«φάτε, κτηνά μου, που τους κόπους σας».

Αγιασμένα τα κόλλυβα ανακατεύονταν με τους σπόρους του γεωργού,
για να σπαρούν και να αγιάσουν την παραγωγή.

Όπως κάμνουν οι χριστιανοί κόλλυβα εκάμναν τζι οι Τουρκούες.
Εγέμωννεν μιαν βούρναν η μάνα μου, χωρίς να βάλεις σησάμιν,
 χωρίς να βάλεις σταφίδκια, ρόδκια,
έπιαννεν τζι έβαλλεν των κατσέλλων που εκάμναν ζευκάριν,
έσυρνεν των όρνιχων, τζι ύστερα
να τα σησαμώσει, να τα ροβκιάσει, να τα αθασιάσει
τζαι να δώκει πιάτα πιάτα στους γειτόνους, να μας δώκουν τζαι τζείνοι εμάς.”

  Ίνα πάντες έν εσμέν. Η ενότητα των όντων, το μέγα ζητούμενο, πραγματοποιημένο.

Το δεύτερο χαρακτηριστικό της πρωτοχρονιάς ήταν η ελιά,
που στόλιζε τις πόρτες των σπιτιών, έθιμο από την αρχαία Ελλάδα.

 Οι πλείστοι όμως θυμόμαστε την ελιά που ρίχναμε στα κάρβουνα
για να μάθουμε με καρδιοχτύπι αν μας αγαπά… η αγάπη μας.  

Κι η βασιλόπιττα: διακοσμημένη, μοσχομύριστη, με όλη την τελετουργία της
να ζυμωθεί, να διακοσμηθεί, και να κοπεί: για το Χριστό, για την Παναγία, για τον άγιο,
για τους απόντες, για το σπίτι.

Στο στόλισμα της βασιλόπιττας δίνεται ιδιαίτερη σημασία.
«Πάνω στη βασιλόπιτα ο άις Βασίλης με ζυμάρι
και σε κάποιο σημείο εβάλλαν σαν το κάγκελλον, πως ήταν η εκκλησία.»

******************************

Μια φωτογραφία παρουσιάζει βασιλόπιτα με σταυρό και ευετηρικά- αποτροπαϊκά σύμβολα. Εβάλλαν τζιαι νόμισμαν. Ο νοικοτζύρης έπρεπε να το ΄σιει μέσα στο πουντζίν του για Καλόν χρόνο.

Ο άϊς Βασίλης θα ρθει τη νύχτα, θα του στρώσουν τραπέζι, θα τον υποδεχτούν
όπως αξίζει σε κοσμογυρισμένο άγιο, κουρασμένο,
που φέρνει τα δώρα του στην οικογένεια, όχι μόνο στα μικρά παιδιά.
***************
Μια φωτογραφία παρουσιάζει πανέρι με τη βασιλόπιτα, τα κόλλυβα, τον βασιλέα,
το κρασί, το ποτήρι και το πουντζίν, να φάει, να πιεί ο άγιος και να τα ευλογήσει.

********************************
Το εξώφυλλο του βιβλίου παρουσιάζει τον βασιλέα. 

Είναι η νύχτα των θαυμάτων, που κουβεντιάζουμε με τον άγιο, αλλά και με τα ζώα, 
ιδιαίτερα το βόδι.

Τη μέρα της πρωτοχρονιάς, « Όλοι να βρεθούν στην εκκλησίαν.
Ο παπάς έκαμνεν αγιασμόν. Επαννίζαν ρούχα.»

Σε γεωργικές περιοχές έπαιρναν στην εκκλησία μπουκάλι με κρασί,
με σιτάρι, να τα ευλογήσει ο παπάς, να ευλογηθεί η νέα σοδειά τους.

 Ιδιαίτερη μέρα για το γιορτάρη,  αφού θα τραπεζώσει τον παπά και τους ψάλτες.

Ως πρωτοχρονιά, την θέλουμε τυχερή μέρα,
γι’ αυτό και πολλά έθιμα σχετίζονται με την καλή τύχη, το ποδαρικό.

Να ρθω και στα δικά μου:
«Η μάνα μου με τη θεια μου με έπειθαν πως αυτή τη μέρα
πρέπει να κάτσω να διαβάσω για να συνεχίσω 
καθ’  όλη τη διάρκεια της χρονιάς.
Εγώ περίμενα περισσότερο τα δώρα, την πουλουστρήνα.
«Ο τατάς, η νούννα, να δώκουν στα βαφτιστικά τους.»

«Την ημέραν της πρωτοχρονιάς εγυρίζαν τα παιδιά κι ελέαν τα κάλαντα.
Το τραγούδιν Αρχιμηνιά έλεγαν έξω από την εκκλησίαν.
Εκάμναμεν κουλλούρκα τζι εδιούσαμε τους βκιολάρηδες
που μας ελαλούσαν τον άι Βασίλην.

Ο χρόνος αρχίζει, ο χρόνος κυλά.


***********************

Το Δ΄ μέρος του βιβλίου, μπορούσε να ήταν ένα τέταρτο βιβλίο.
Αναφέρεται στα Κάλαντα και τα Φώτα.

Είναι μια «βαρετή» γιορτή, όπως την χαρακτήρισαν,
για να δείξουν τη μεγάλη της σημασία για τη θρησκεία μας: Θεοφάνεια.

Για το λαό είναι και η χαρμόσυνη μέρα της φυγής των καλικαντζάρων.
Τη διάκριση την ξέρετε: Κάλαντα ονομάζονται η μέρα πριν τα Θεοφάνεια.
Η νύχτα τους, γιομάτη θάματα και μάγια, αφού πιστεύεται πως ανοίγουν τα επουράνια,
και  εισακούονται οι ευχές των ανθρώπων. Ένας κόσμος πλήρης αθωότητας.

O ιερέας στην Κύπρο θα ετοιμάσει το σικλίν με τον αγιασμό,
βασιλικό, λασμαρί, κλαδάκια ελιάς, λεμονιάς, κιούλι για αγιαστούρα,
με τα παιδιά που θα τον συνοδεύουν, για να καλαντίσει τα σπίτια.

Η νοικοκυρά πανέτοιμη, το τραπέζι στρωμένο με νηστήσιμα, γλισταρκές, κρασί, ξεροτήανα.

Τα παιδιά θα’ χουν να μετρούν τα γρόσια, τις εικοσάρες, που θα τους ρίχνουν στο σικλίν.
Ο παπάς μετά ταύτα μοίραζε τα όσα του πρόσφεραν σε άπορες οικογένειες.

Στο μεταξύ θα ετοιμαστεί η κολυμβήθρα με νερό:
άλλος ο αγιασμός των Καλάντων, 5 Ιανουαρίου,
άλλος ο Μέγας της 6ης Ιανουαρίου, το δρόσος,
«εν το δρώμαν του Χριστού» ελάλεν μας ο παπα Λεοντής,
σεβαστό όπως σχεδόν η αγία κοινωνία.

Μεγάλη ποικιλία και παραλλαγές στον τόπο αγιασμού των υδάτων,
ανάλογα αν υπήρχε κολυμβήθρα στην εκκλησία
ή χρησιμοποιούνταν σκάφη ξύλινη ζυμώματος.

Όμως το πνεύμα παντού το ίδιο: με το αγιασμένο νερό θα καλαντίσει ο ιερέας,
ενώ την επόμενη αγιάζονται όλα τα νερά, οι άνθρωποι, τα ζώα, τα παραγόμενα αγαθά,
και άλλα αντικείμενα, για να είναι ευλογημένα,
άλλα βουτηγμένα σε ξεχωριστή κολυμβήθρα, άλλα δεμένα γύρω από αυτήν.

Μερικοί βρίσκαν διάφορους τρόπους να περάσουν αγιασμό μέσα στα αγαθά τους.
Κεριά αγιασμένα θεωρούνταν και θεωρούνται αλεξικέραυνα:
«όταν έσιει θυμόν ο αφέντης ο Θεός»! 

Ετοιμάζονται με νηστεία οι χριστιανοί για να πιουν το δρόσος.
Πίσω όμως και πάλι, στα βάθη της Ιστορίας μας, συναντούμε τα Πλυντήρια,
τη γιορτή της θεάς Αθηνάς,
και τον Ατρείδη που διέταξε να πλυθούν και να καθαριστούν οι Αχαιοί,
όπως βέβαια και το Μωυσή.
Καθαρότης από παντός μολυσμού. Μεγάλες μέρες των λαών. 

*******************
Η κατάδυση του τιμίου σταυρού και σήμερα ακόμα, στις παραθαλάσσιες περιοχές,
ελκύει πλήθη  κόσμου, με το διαγωνισμό και την ευλογία,
ποιος λεβέντης να πιάσει το σταυρό
που ρίχτηκε κι άγιασε τα νερά, κι ύστερα – σε μερικά χωριά, φτωχός κόσμος-
να σταθεί ο λεβεντονιός στην εκκλησιά με το σταυρό κι ένα δίσκο,
να προσκυνήσουν οι πιστοί το σταυρό που ανασύρθηκε από τη θάλασσα
και να ενισχύσουν οικονομικά τον νέο με τον οβολό τους.

Αλλά η μέρα είναι των φώτων και πρέπει να φέρουμε στο σπίτι το αγιασμένο φως,
το καθάρσιον πυρ,
είτε με αναθρήκα, είτε με δαδί ή φωθκιές, δαδί βουτηγμένο στον αγιασμό,
να τρέξει ο καθένας στο σπίτι να το πάρει κι ύστερα να βγει
να βεβαιωθεί πως είναι ο πρώτος,
ένας μικρός διαγωνισμός κι αυτός: «υπείροχον έμμεναι άλλων»
για να επαληθευτεί και πάλι ο Σεφέρης, πως
«αυτός ο κόσμος δεν είναι ο δικός μας, είναι του Ομήρου».

Μ’ αυτό θ’ ανάψουν και τα καντήλια των νεκρών, το κούτσουρο στην εστία,
το φούρνο, για ν’ αγιάζεται και το σιτάρι και το ψωμί,
Θ’ ανάψουν το κερί  στα κέρατα του βοδιού, του πρωτεργάτη του σπιτιού.

Κάπου εδώ προβάλλει κι η χολλά, μαύρη βαφή για τα μάτια,
από την καπνιά του κεριού των καλάντων ή των φώτων.

Μέρα που ως σήμερα τα ξεροτήανα έχουν την τιμητική τους,
γιατί θα πετάξουμε στο δώμα για τους καλικάντζαρους αλλά
και θα προσφερθούν στους γείτονες και στους φτωχούς
και βεβαίως θα δοθούν στα βόδια.

Ιδιαίτερες οι προετοιμασίες στο σπίτι του γιορτάρη,
με τους μικρούς έτοιμους να πουν το
«Καλημέρα και τα Φώτα και την πουλουστρήναν πρώτα».


Α λ λ ά  ό λ α  τα  ε υ χ ά ρ ι σ τα   κ ά π οτε  τ ε λει ών ουν.

Την επομένη επιστρέφουν όλοι και πάλι στις δουλειές,
ευλογημένοι και ανανεωμένοι, σε καθαρμένο περιβάλλον και αγιασμένο.




***********************
Μέρος Ε΄ Τα παιχνίδια του Δωδεκαημέρου.

Η Κυπριακή Δημοκρατία φρόντισε να εκδώσει σειρά γραμματοσήμων
με παιχνίδια της Κύπρου, όπως τη συτζιά, το ζίζιρο, τον ξερό ποταμό, το λιγκρίν.

«Τρεις τα γέννα, τρεις τα φώτα τζι έξι την ανάστασην»:
έτσι καθορίζει ο λαός μας τις γιορτάρες του μέρες.

«Παιχνίδκια στην πλατείαν του χωρκού, οι κοπέλλες έπαιζαν συτζιάν,ττουράν,
Τα κοπέλλια επαίζαν ζίζιρον. Χωριστά επαίζαν.»
Συνήθη παιχνίδια των αντρών το διτζίμιν και η πάλη.
«Το διτζίμιν τζιόνενον, το μήκος δυο πόδια και το πάχος σχεδόν το ίδιο.»
ή «ετρέχαν αγώνες δρόμου. Επαίζαν οι δκιολάρηες».
Κι Πάτροκλος στην πυρά με τον Αχιλλέα να ετοιμάζει τους αγώνες.

«Τα χριστούγεννα επαίζαμεν ποταμόν.
Ο ένας αππήδαν πάνω που τον άλλον.»
λακωνικότατα και παραστατικότατα.

Ούλλα τα Δωδεκάμερα στα καφενεία επαίζαν πατητόν με τα αθάσια.
Οι κοπέλλες στες σούσες.
Και τ’ απαραίτητα βέβαια τραγούδια της σούσας:
«Εσύ ποτζεί τζι εγώ ποδά να στήσουμεν ροφέσιν                                                                                     να βάλουμε τον ουρανό τζαι τ’άστρα μες στην μέσην.»

                                 ***
  
Εν τάχει διεξήλθαμε τα πέντε μέρη του βιβλίου.
Κάπου εδώ τελειώνουν όσα είχα να πω
στον  ορισμένο χρόνο για το περιεχόμενο.

Δε μιλώ μόνο για τον κόπο. Θαυμάζω την τάξη, τη μεθοδικότητα,
το σεβασμό στον αναγνώστη, από τα ελάχιστα που μπορώ να αναφέρω.

Η κάθε γενιά θεωρεί τον εαυτό της διαφορετικό,
αλλά αν ισχύει τούτο για τις άλλες, πολύ περισσότερο ταιριάζει στη δική μας.
Μια  τεράστια ρωγμή υπέστη η ζωή των ανθρώπων,
ρήγμα μέγα στο χώρο και στο χρόνο, από το 1974
με την προσφυγιά και την αναγκαστική αλλαγή περιβάλλοντος
ανθρώπινου και πολιτισμικού.

Χωρίς ο άνθρωπος να συνειδητοποιεί τα θεμελιώδη κοσμήματα αυτά της ψυχής του
ή τον επιούσιο άρτο της,
τα κράτησε βαθιά στα κρύφια της καρδιάς
κι όταν ήρθε η ώρα, τα ξανάφερε στο φως.

Ο Έλληνας της Κύπρου μπορεί να μη συνδέει τα ήθη και έθιμά του με τα αρχαία ελληνικά, 
μπορεί να μη συλλαμβάνει τη σημασία της ιστορικής συνέχειας της ζωής των Ελλήνων
στα μαρτυρικά χρόνια της ιστορίας του,
αλλά είναι ο ζωντανός σκυταλοδρόμος όλων αυτών των ζωτικών στοιχείων.  

Στο βιβλίο δεν παρουσιάζονται μόνο τα ευρήματα από τις έρευνες
της ομάδας διάσωσης της προφορικής παράδοσης των εθίμων μας
αλλά γίνεται μελέτη και άλλων πηγών και βιβλίων
που ενώνουν τους πανέλληνες
και βρίσκουν τις ρίζες των εθίμων
απλώνοντας ύστερα κλώνους σε όλο τον ελληνισμό,
κάτι που δίνει βάθος και πλάτος στη μελέτη,
που με λίγη προσπάθεια μπορεί να μετατραπεί σε μια εγκυκλοπαίδεια του Δωδεκαημέρου, 
όπως άλλες ειδικές εγκυκλοπαίδειες.
Θα ήταν ιδιαίτερα χρήσιμη σε παιδιά, μαθητές, γονείς και φοιτητές.  

Η συγγραφέας σέβεται τον άνθρωπο και την επιστήμη.
Νιώθει τον ίδιο τον εαυτό της στην Κερύνεια
όταν ακούει από τους άλλους να της αφηγούνται ή να περιγράφουν
αλησμόνητες στιγμές της ζωής, ιδιαίτερα αυτή την περίοδο που εξετάζει,
κι ο αναγνώστης παρακολουθεί και συμ- βιώνει τα αποκαλυπτόμενα.


Δώδεκα μέρες πλήρεις παραδόσεων.
Συνταιριασμένες, η αρχαιότητα, ο ειδωλολατρικός κόσμος με τον χριστιανισμό,
το Βυζάντιο με τη Δύση και τη Φραγκοκρατία, 
η φύση με τα μάγια και τις ομορφιές της, 
μια φύση με την οποία αδιάσπαστα δεμένος ο άνθρωπος
τη νιώθει με όλες τις δυνάμεις του και τις αισθήσεις,
προπάντων όμως με τη ζωντανή φαντασία,
την μορφοποιό του άγνωστου κόσμου που μας περιβάλλει
και μέσα στον οποίο κινείται και είναι.

Η ερευνήτρια κατορθώνει και επιστημονικά και βιωματικά
να μας αναβαφτίσει στον κόσμο εκείνο,
με τις μυρουδιές του φούρνου, τα χρώματα των κουλουριών,
τις δεισιδαιμονίες και τους φόβους,
αλλά και με τη θρησκευτική γαλήνη των ανθρώπων που
πιστοί στη γέννηση του Θεανθρώπου ανάμεναν το θαύμα,
την είσοδο της θεότητας στη ζωή μας,
την έλευση του Αϊ Βασίλη, τον αγιασμό των υδάτων και των φώτων.

Αυτή τη ζωή ζήσαμε παιδιά,
κι αυτός είναι για μας ο παράδεισος, όπως κι αν εξηγείται το φαινόμενο.

Και για τον τόπο μας,
αυτή η μακάρια και πλούσια σε νοήματα ζωή υ πή ρξε
και την ξα να ζού με στο βιβλίο της Άννας Νεοφύτου
«Λαϊκή Λατρεία στην Παραδοσιακή Κοινωνία της Κύπρου
- Οι γιορτές του Δωδεκαημέρου.»

Ευχαριστώ Όλους εσάς

και προπάντων την Άννα Νεοφύτου