Τετάρτη, 9 Ιουλίου 2014

Στέλιου Παπαντωνίου, Κυριάκου Χατζηλουκά Κομιδή Γραφής

ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΤΖΗΛΟΥΚΑ
ΚΟΜΙΔΗ ΓΡΑΦΗΣ
ΠΟΙΗΜΑΤΑ
ΑΜΜΟΧΩΣΤΟΣ 1983
Η ποιητική συλλογή του Κυριάκου Χατζηλουκά Κομιδή Γραφής, αφιερωμένη «σε όσους είδαν τα φριχτά μάτια της προδοσίας», είναι βασικά θεμελιωμένη στα γεγονότα του 1974 στην Κύπρο, στο πραξικόπημα της στρατιωτικής  χούντας των Αθηνών και στην τουρκική εισβολή, που οδήγησε στην προσφυγιά τον ποιητή και χιλιάδες Έλληνες της Κύπρου.
Η συλλογή χωρίζεται σε τέσσερις σειρές. Η πρώτη σειρά αποτελείται από ποιήματα με ιστορικό περιεχόμενο, από την αρχαία ελληνική Ιστορία ως τη Μικρασιατική καταστροφή. Τίτλοι ενδεικτικοί, «Αναστροφή εικόνων, Κυκλαδικά ειδώλια, Στην Αργολίδα, Μυκήνη, Σε Τρωαδοελλάδα, Πηλείδης, Ο τελευταίος γυρισμός του Ορέστη, Κάποια Σαλαμίνα, Τεύκρου λυτρωμός, Αρχαϊκό, Ληλάντιον πεδίον, Δωρικό, Αλκιβιάδης 415 π. Χ., Αττικό, Στη Μικρασία.» Η ανάγνωση και μόνο των τίτλων μεταφέρει στον αρχαίο ελληνικό πολιτισμό, σε αρχαιολογικούς χώρους φορτισμένους με μυθικά και ιστορικά πρόσωπα, με μύθους και θρύλους, μερικοί των οποίων είναι δεμένοι με την Κύπρο και τις ελληνικές καταβολές της από τη εποχή του τρωικού πολέμου με την ίδρυση της Σαλαμίνας από τον Τεύκρο.
Η δεύτερη σειρά σχετίζεται με τη γεωγραφία και ιστορία της Κύπρου. Τίτλοι ποιημάτων       « Ένα περιγιάλι, Loci nostri, Γαλήνη ύστερου δειλινού, Νυχτερινή μελωδία, Απρόσμενο, Στις παρυφές του Γκρέκο, Κάτω από τον ήλιο, Μαχαιράς του Αυξεντίου, Σε λαβωμένους αετούς, Λιοπέτρι, Ραγίσματα ειδώλων, Θυμίαμα από τον Αχυρώνα, Γνώριμος μαχητής, Εν αγνώστω, Της γης μας, Του Ιουληαυγούστου, Αύρες από την Πάφο, Το ψεσινό τραγούδι σου, Διαγραφή σελίδας, Λευκωσιάτικες νύχτες. Τόποι ήδη διακρίνονται το ακρωτήριο Γκρέκο, η Πάφος και η Λευκωσία, και δεμένοι με ιστορικά γεγονότα και ήρωες της σύγχρονης κυπριακής ιστορίας, το Λιοπέτρι με τον αχυρώνα του και ο Μαχαιράς, όπου πρωταγωνίστησε ο Γρηγόρης Αυξεντίου και θυσιάστηκε αγωνιζόμενος για την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα το 1955-59 ενώ το ποίημα του Ιουληαυγούστου μεταφέρει στο 1974.
Στην τρίτη σειρά εισερχόμαστε στο καθαυτό ψυχικό κλίμα του Κυριάκου Χατζηλουκά, με θέματα φιλοσοφικά, θρησκευτικά, αναζήτησης του δικαίου, διάψευσης των ονείρων, αλλά πάντα με πίστη στις αξίες και στα ιδανικά, με προτροπές είτε εις εαυτόν είτε εις άλλους. Τίτλοι ποιημάτων «Ανθρώπινο, Επανάληψη, Επεκτάσεις, Γύρω από μια κηδεία, Των ταπεινών, Για το καλό, Αιθέριο, Μάρτυρες, Των αγαπημένων, θαύμα, Δίδυμο, In pace, Καταφύγιο, Δώσε Κύριε, Μεταβάσεις ερωτηματικών, Ναζαρινή Κόρη, Άλλη αιωνιότητα, Χώρες των ανεμώνων, Νικητές, Σύνθετο.» Από τους τίτλους και μόνο διαγράφεται το θρησκευτικό στοιχείο στο Δώσε Κύριε και στη Ναζαρινή Κόρη, την Παρθένο Μαρία. Το φιλοσοφικό, ιδιαίτερα τα περί ζωής και θανάτου στο Γύρω από μια κηδεία.
Στην τέταρτη σειρά συνεχίζεται το κλίμα της τρίτης, με τη φιλοσοφική διάθεση, ιδιαίτερα σε θέματα δικαιοσύνης, συμπληρώνεται ο κύκλος της διάψευσης και εισέρχεται μια νέα θεματική, η κοινωνικότητα, με τους φίλους και τις μνήμες από το παρελθόν, πάντα σε συνομιλία με το παρόν. Τίτλοι ποιημάτων «Δείχτης αναμονής, Αιμάτινα φύλλα της ψυχής, Συμπληγάδες, Αντιστάθμισμα, Απ’ τη βαθιά τη σιωπή σου, Επιβεβαίωση, Καρπίσματα, Φιδίσια σκέλεθρα, Διάφορο, Νεαρό, Αντιφέγγισμα τραγικού, Πλεούμενο άλλοτε, Νοσταλγία χειμωνιάτικου δειλινοί, Γέλιο, Ροδαλή απουσία, Σε δεύτερο πρόσωπο, Φθινοπωρινή παρουσία, Υπέρβαση, Τέλμα, Αντιπορία, Ανάδυση εικόνας, Στα ίδια, Παλιά αρχοντιά, Αλαργινά γυρίσματα, Επελάσεις.» Ένας πληγωμένος άνθρωπος που πέρασε πολλά ο ποιητής, είδε να διαψεύδονται αξίες κι ιδανικά του, βρίσκει καταφυγή στους παλιούς φίλους, φιλοσοφεί και βιώνει την τραγικότητα της ζωής, με τον χρόνο να παρέρχεται και να προσθέτει χρόνια και γήρας στον άνθρωπο, που ελπίζει στη δικαίωση.
……………………………….
Ειδικότερα, με το ποίημα «Αναστροφή εικόνων» ο ποιητής εκφράζει την αρμονία των αντιθέσεων , θάνατος και ζωή αντάμα, η αρμονία στην αντινομία, με τα συμπληρωματικά ερωτηματικά για την πορεία της ζωής και του κόσμου, εικόνες με φιλοσοφική διάθεση.
Στα Κυκλαδικά ειδώλια προσπαθεί να συλλάβει τη σημασία των έργων τέχνης, ιδιαίτερα των αγαλμάτων, όπως και στο ποίημα Στην Αργολίδα ανάμεσα σε ερωτηματικά για το τι απομένει από τη ζωή των ηρώων σε ένα αρχαιολογικό χώρο όπου ο χρόνος ακινητεί. Το ταξίδι συνεχίζεται με τη  Μυκήνη, χώρος και ιστορική μνήμη, μια ιστορία βαριά από πρόσωπα, Κλυταιμνήστρα, Ελένη, με τόσα  πανάρχαια και θρυλικά, δεμένα με χτίσματα, κάστρα, Κυκλώπεια τείχη και πύλες λεόντων ή λεαινών. Αινίγματα κι ερωτήματα, διακρίνεται αμυδρά μια ελάχιστη μνήμη από την Ασίνη του Σεφέρη. Ο μύθος του Μενέλαου και της ωραίας Ελένης με τον Πάρη, το ερωτικό πάθος και το αίμα των Αχαιών που χύθηκε στην αναζήτηση της όμορφης άπιστης, προβληματισμοί και ενδοσκόπηση της  ψυχολογίας της Ελένης, οριοθετούν ένα βαρύ κλίμα φιλοσοφίας της Ιστορίας και του καταστροφικού έρωτα. Μια ποιητική προσωπογραφία του Αχιλλέα παρακολουθούμε στο ποίημα Πηλείδης, με τα κυριότερα γνωρίσματα και δεδομένα της ζωής και του χαρακτήρα του, ενώ Ο τελευταίος γυρισμός του Ορέστη συμπυκνώνει την τραγωδία του μητροκτόνου γιου του Αγαμέμνονα. Με τα ποιήματα Κάποια Σαλαμίνα και  Τεύκρου λυτρωμός ερχόμαστε σε μια επίμονη βεβαίωση της αρχαίας ελληνικής ρίζας των Ελλήνων της Κύπρου, αλλά και της σύγχρονης καταστροφής που έφερε η τουρκική εισβολή. Ο ποιητής κατορθώνει με το λόγο του να αποφεύγει ομοιότητες ή αναφορές σε άλλους ποιητές και να χαράζει μια δική του δύσβατη κάποτε οδό στο λόγο, όμως δική του, που μεταφέρει όχι μόνο νοήματα και ιστορικά γεγονότα αλλά και το πνεύμα της βεβαιότητας, της τραχύτητας, της σκληρής δουλειάς, της τραγικότητας ή του προβληματισμού με κέντρο την Ιστορία μας.
Ένα χαρακτηριστικό του Κυριάκου Χατζηλουκά που παρουσιάζεται από τα πρώτα ποιήματα είναι το γνωμικό, το λακωνικό στην έκφραση μεγάλων αληθειών, ιστορικών ή φιλοσοφικών. Κάτι τέτοιο μπορούμε να επισημάνουμε σε πολλά ποιήματα, για παράδειγμα στο Ληλάντιον πεδίον, «Η Χαλκίδα απόμεινε μονάχη πεθαίνοντας από τη νίκη της.» Το ίδιο στο Δωρικό, «Κι ο Λεωνίδας μαρμάρωσε με δυο μονάχα λέξεις που ήχησαν παράξενα.» Στίχοι που δίνουν την ευκαιρία να επιμείνουμε λίγο τη δύναμη του συγκεντρωμένου και πυκνού λόγου, με το «μαρμάρωσε» να τοποθετεί στην αιωνιότητα της Ιστορίας τη στιγμή του μολών λαβέ, δυο λέξεων που χαράζουν την Ιστορία με τη λεβεντιά και την αγωνιστικότητα, την πίστη στη σπαρτιατική παράδοση και σε μια ηθική στάση απέναντι στον όποιο εχθρό. Γνώστης βαθύς της Ιστορίας ο ποιητής όχι μόνο αποδίδει την ιστορική στιγμή και εποχή, τον τόπο και τους χαρακτήρες αλλά φιλοσοφικότερη αποδεικνύει την ποίηση, όπως στο ποίημα Αλκιβιάδης 415 π. Χ., στο οποίο με εικόνες εμβαπτίζει τον αναγνώστη στα μηνύματα της Ιστορίας και του πολιτισμού, σε αλήθειες και πνευματικές συλλήψεις όπως στο  Αττικό, και πικρές αλήθειες όπως Στη Μικρασία.
Η δεύτερη σειρά σχετίζεται, όπως εγράφη,  με τη γεωγραφία και ιστορία της Κύπρου, τα όνειρα των ανθρώπων της και τις προσδοκίες τους, το πέρασμα των αιώνων και τα απομεινάρια μιας κάποτε ευτυχισμένης ζωής, όπως στο ποίημα  Ένα περιγιάλι, που αρχίζει με τους στίχους «Σβήστηκαν όνειρα σε τούτο το χώμα που σκόρπαγαν σε χαμένους καιρούς τη γαλήνη και το πάθος.» Η αντίθεση ανάμεσα στο παρελθόν της ευτυχίας και τη σημερινή θλίψη, μετά την τουρκική εισβολή, με τις ανθρώπινες  έγνοιες, με τους νεκρούς, όλα αυτά κάτι αφήνουν έστω και ως «θύμηση σκιερού πετάγματος στο τίναγμα του νερού». Στο Loci nostri, ο χρόνος που  διαβαίνει αφήνει τους ανθρώπους με τ’ ασπρισμένα τους μαλλιά, ένα μοτίβο που έρχεται και ξανάρχεται στην ποίηση του Κυριάκου Χατζηλουκά, το διάβα των χρόνων, το τι απομένει, οι νεκροί κι οι ζωντανοί ή οι αλλαγές που παρατηρούνται στην τύχη αυτού του τόπου και στη ζωή των ανθρώπων του, αλλά κι η αποφασιστικότητα πως αυτός είναι ο τόπος μας κι εδώ θα μελετήσουμε τη ζωή και θα τη ζήσουμε. Είναι μερικές ώρες της μέρας, όπως η Γαλήνη ύστερου δειλινού, που από μόνες τους συγκινούν τις ευαίσθητες ψυχές. «Μούχρωσαν αυλές και σταυροί και σκιάχτηκαν από το λάλημα της καμπάνας.» Μερικά ποιήματα είναι περιγραφικά στιγμών ανεπανάληπτων όπως η Νυχτερινή μελωδία, τίτλος που από μόνος του μεταφέρει σε ειδυλλιακές στιγμές με ακούσματα όπως το «θρόισμα κάποιου ταραγμένου σπουργίτι ή το τραγούδι του αηδονιού ή, τέλος, τη φωνή του  πετεινού». Οι εναλλαγές στα εγκόσμια, ένα ξεκίνημα και μια κατάληξη διαφορετική στη ζωή των ανθρώπων, πολλές φορές απασχολούν τον ποιητή, που είδε τόσες και μεγάλες αλλαγές στη ζωή, όπως στο Απρόσμενο. Τα ποιήματα που αναφέρονται σε γεωγραφικές ομορφιές του νησιού μας δεν είναι μόνο περιγραφικά αλλά πλήθουν ιστορικών και μυθολογικών στοιχείων, χαρακτηριστικών των ανθρώπων και της ψυχολογίας τους, με παντοτινό συνοδευτικό στοιχείο τη φιλοσοφική διάθεση και τον προβληματισμό, όπως Στις παρυφές του Γκρέκο και στο ποίημα Κάτω από τον ήλιο, με τους περιεκτικότατους στίχους  «Θα κλάψουμε πάλι σε νιόσκαφτους τάφους και θα φύγουμε πονεμένοι και περήφανοι», μια επαναλαμβανόμενη στην Ιστορία μας πράξη και θέση.  
Τα ποιήματα που βρίσκονται στην καρδιά της ενότητας, γιατί υμνούν ηρωικές μορφές και φάσεις του αγώνα για ελευθερία της Κύπρου είναι τα Μαχαιράς του Αυξεντίου, Σε λαβωμένους αετούς, Λιοπέτρι, Ραγίσματα ειδώλων, Θυμίαμα από τον Αχυρώνα, Γνώριμος μαχητής, Εν αγνώστω.
Ο Μαχαιράς του Αυξεντίου είναι ένα μεγάλο ποίημα χωρισμένο σε μέρος Α και Β με πρωταγωνιστή τον ήρωα του Μαχαιρά Γρηγόρη Αυξεντίου. Ο ποιητής συλλαμβάνει τον ήρωα να σκέφτεται το χωριό του, τη Λύση, και τα πρώτα του μαθητικά χρόνια στο Δημοτικό Σχολείο κι ύστερα επικεντρώνεται  στην ελεύθερη ηθική του απόφαση να επιτελέσει το καθήκον του. Ο ποιητής αποφαίνεται πως «Παλεύει, είναι λεύτερος», και ακολουθεί μια ποιητική ανάπλαση μιας μυστηριακής νύχτας ελκτικής προς το Μαχαιρά, ανεξήγητης, που μόνο «οι άγγελοι της Κύπρου» μπορούν να εξηγήσουν. Στο Β μέρος του ποιήματος το ανεπανάληπτο της στιγμής της θυσίας του Αυξεντίου μαρμαρώνει στην αιωνιότητα με ενθουσιώδεις και στιβαρούς στίχους μεστούς δοξολογήματος και ιδεών. Το επόμενο ποίημα, σε γενικότερο κλίμα ηρωισμού και προτροπών προς τους αγωνιστές των όποιων εθνικών αγώνων, καλεί όσους αγωνίστηκαν για την πατρίδα και δέχτηκαν την καταφρόνια να συνεχίσουν το όνειρο, να κρατηθούν δυνατοί, αρνούμενοι τα κελεύσματα της λογικής. Σ’ ένα άλλο ηρωικό τόπο θυσίας και αγώνων μεταφέρει το επόμενο ποίημα  Λιοπέτρι που μπορεί να θεωρηθεί και ως επίγραμμα αφού μέσα στους πέντε στίχους του περιλαμβάνει τον τόπο, τα πρόσωπα, το χρόνο της θυσίας τους, την Ιδέα της ένωσης με την Ελλάδα, για την οποία πολέμησαν και έπεσαν. Τη διάψευση των προσδοκιών του αγώνα των Ελλήνων της Κύπρου διαγράφει το ποίημα Ραγίσματα ειδώλων. Άλλα περιμέναμε, άλλα μας ήλθαν. Συνεχίζεται όμως το ηρωικό πνεύμα του αγώνα του 1955-59 με το ποίημα Θυμίαμα από τον Αχυρώνα, αφιερωμένο στους ήρωες του Λιοπετρίου ενωμένους με τους αγιομάρτυρες της Ρωμιοσύνης και τους αρχαιότατους πρώτους Έλληνες του νησιού. Ο λόγος, όπως δηλώνει ο ποιητής, είναι  αδύναμος να εκφράσει το θαυμασμό προς τη θυσία, ας είναι όμως το ποίημα ένα μικρό δείγμα θυμιάματος προς τους ήρωες. Στο ίδιο πνεύμα και το ποίημα Γνώριμος μαχητής, Κοκκινοχωρίτης αγωνιστής του δικαίου, με τα σωματικά και ψυχικά χαρίσματα, έτοιμος να θυσιαστεί για την πατρίδα. Ο ποιητής καλεί τους ξένους δυνάστες να φύγουν από το νησί, με το οποίο καμιά σχέση δεν έχουν, ενώ ο ήρωας μαχητής πορεύεται την οδό της σεμνότητας και της δικαιοσύνης.
Όπως είναι γενικότερα στην ποίηση παραδεκτό, τα πατριωτικά ποιήματα είναι πάντα ευεπίφορα στο βερμπαλισμό, στη ρητορεία, στο στόμφο, πράγματα που δεν αποφεύγονται εύκολα, και τα οποία βρίσκουμε εν μέρει στα ποιήματα της ενότητας αυτής. Ο ποιητής όμως είναι ο γνήσιος εαυτός του, και προσπαθεί να αποδώσει όχι μόνο το μεγαλείο του αγώνα αλλά και την απογοήτευση από τα επακολουθήσαντα, την εισβολή και κατάληψη μεγάλου μέρους της Κύπρου από τους Τούρκους.
Σ’ ένα περίγραμμα της ελληνικής Κύπρου προχωρεί το ποίημα Της γης μας, με την Ιστορία μας από αρχαιοτάτων χρόνων και την προσπάθεια των Ελλήνων να στεριώσουν και να δημιουργήσουν εδώ,  όπου όντως κυριαρχεί ο κόσμος του Ομήρου, κατά τον ποιητή. «Ταπεινή ρωμαίικη εστία σαν πότε να περιμένεις τις Κόρες να φλογίσουν την παλιά σου χόβολη;» το ερωτηματικό μετά την καταστροφή του 1974, κι η ελπίδα της αναζωογόνησης ή νεκρανάστασης.
Του Ιουληαυγούστου είναι ένα ποίημα σκληρογραμμένο, κακοτράχαλο, γιατί και το θέμα του διχασμού των Ελλήνων της Κύπρου και της εισβολής της Τουρκίας στην Κύπρο είναι σκληρό και θλιβερό. Κατάληψη, καταστροφή, προσφυγιά, βαρβαρότητα. Ίσως ένα από τα πιο αδύνατα ποιητικά κείμενα της συλλογής, που βοηθά όμως τον αναγνώστη να μελετήσει τον τρόπο γραφής του ποιητή, αν παρατηρήσει τις αδυναμίες του. Όπως η σύνθετη λέξη του τίτλου, έτσι και η σύνθεση του ποιήματος προχωρεί προσθετικά, με λεπτομέρειες που διαλύουν τη συνοχή του στίχου και των νοημάτων, αντιφατικές συζεύξεις λέξεων που όμως έχουν αντίκρισμα στην πραγματικότητα,  συνήθη σύμβολα με τα οποία δεν μας είχε ως τώρα συνηθίσει ο ποιητής που χαρακτηρίζεται περισσότερο από την παρθενικότητα των εικόνων και των εκφραστικών του μέσων και τα δύσκολα και ασυνήθη εκφραστικά μέσα.
Ποιήματα σχετικά με την Πάφο και τη Λευκωσία είναι τα  Αύρες από την Πάφο, και  Λευκωσιάτικες νύχτες. Τοπογραφία, ψυχογραφία των ανθρώπων, Ιστορία και παράδοση,  από την αρχαιότητα ως τον άγιο Νεόφυτο, κι η ελπίδα, «Κάποιες υποσχέσεις αναδύονταν από τη γη». Σε αντίθεση με το ποίημα Λευκωσιάτικες νύχτες χ στο οποίο κυριαρχεί η ανούσια ισοπέδωση, η επιφάνεια, η απελπισία, … «και μοναχά η δίκη μαστορεύει τη θεοφάνεια του έργου της. Για το πού και πότε δεν υπάρχει απόκριση.» Η πίστη στη δίκη, στη δικαιοσύνη και ο γενικότερος προβληματισμός γι’ αυτήν επανέρχονται συχνά στους στίχους του Κυριάκου Χατζηλουκά, είτε ως ελπίδα είτε ως μεταφυσική πίστη.
Σε γενικές γραμμές η Δεύτερη σειρά των ποιημάτων της συλλογής Κομιδή Γραφής του Κυριάκου Χατζηλουκά περιέχει εν πολλοίς τα κύρια θέματα και τις ιδέες της ποίησής του, τις ευαισθησίες και τους πόθους του, τις θλίψεις προπάντων και τις ανατροπές που παρατηρούνται στη ζωή της Κύπρου τον εικοστό αιώνα. Ευαίσθητος ο ποιητής, διαψευσμένος στα όνειρα και οράματά του για τον τόπο, εκφράζει τον νεοέλληνα της Κύπρου με ένα ποιητικό λόγο σεμνό, δουλεμένο, περιεκτικό, δύσκολο πολλές φορές λόγω της μοναξιάς και μοναδικότητας των εκφραστικών του μέσων, που χρειάζονται πολύ χρόνο και πολλή προσπάθεια από μέρους του αναγνώστη για να τους αποκρυπτογραφήσει με πολύ κόπο στην αρχή, ο οποίος σταδιακά αποδίδει καρπούς, παρήγορο και ευχάριστο για τον επιμένοντα αναγνώστη.
Στην τρίτη σειρά, όπως αναφέραμε,  εισερχόμαστε στο καθαυτό ψυχικό κλίμα που σφραγίζει τον Κυριάκο Χατζηλουκά, με θέματα φιλοσοφικά, θρησκευτικά, αναζήτησης του δικαίου, διάψευσης των ονείρων, αλλά πάντα με πίστη στις αξίες και στα ιδανικά, με προτροπές είτε εις εαυτόν είτε εις άλλους.
Στο Ανθρώπινο  ο δόλος κυριαρχεί στη ζωή μας, συμφεροντολόγοι χτυπούν στο ψαχνό, υπολογίζουν τα κέρδη και τις ζημιές τους, υπάρχουν όμως και τα αθώα θύματα που υφίστανται την αδικία και πονούν, ετοιμάζονται όμως να αντιμετωπίσουν τα πάντα. Συνήθεις αποστροφές του ποιητή προς τους αναγνώστες, τους συνανθρώπους, τους συναγωνιστές και συμπάσχοντες στη ζωή, με την ελπίδα πως η πείρα κι η γνώση, η στέρηση κι η πίκρα οδηγούν σε πνευματική πορεία αξιών και δικαίωσης.
Η Επανάληψη των στιγμών της πίκρας και της μοναξιάς και οι σκέψεις για τους νεκρούς του πολέμου αλλά προπάντων για τους εναπομείναντες ζώντες που κουβαλούν το βάρος της πίκρας και της αδικίας στο Γύρω από μια κηδεία. Μικρά ποιήματα Των ταπεινών, Για το καλό, Αιθέριο, που αντιφεγγίζουν και την άλλη όψη, του καλού στον κόσμο είτε αυτό είναι έργο είτε πράξη μετάνοιας. Στους Μάρτυρες, πρώτος ο Χριστός με την αγωνία του και τους θρόμβους του ιδρώτα, που προσφέρει εαυτόν υπέρ της σωτηρίας των πολλών, ενώ ο νοθευμένος ιδεαλισμός διακρίνει τη ζωή του παρελθόντος και του παρόντος σ’ αυτό τον πολύπαθο τόπο. Μια σειρά προτροπών σε προστακτική στο ποίημα Των αγαπημένων, ρίχτε δροσιά απ’ τις πληγές, δώστε φωνή ν’ αφανιστεί ο δόλος, πάρτε φτερά ενωμένοι να ζήσετε νέοι στον τόπο. Σύνηθες φαινόμενο στην ποίηση του Κυριάκου Χατζηλουκά οι αποστροφές, εμφανίζουν τον ποιητή ως κήρυκα και δάσκαλο, καθοδηγητή στο καλό, ρόλοι που υπάρχουν και παίζονται από τους ποιητές διαχρονικά.
Στο  In pace μπορούμε να ανιχνεύσουμε την τεχνική του ενός στίχου ενός νοήματος που ζευγαρώνει με πολύστιχα άλλα νοήματα, βοηθητικά στην αποφυγή του αγχώδους του μονοστίχου. «Χτυπήματα στη ματαιότητα. Τα φτερά κομμένα.» ενώ παρακάτω «Σαν τριγυρνάς στην ερημιά σου κι οι καταιγίδες θλίβουν ό, τι έχει απομείνει άπλωσε στέρεο χέρι για κάποιο κλαρί κι άφησε την καρδιά ν’ ανασάνει την Άνοιξη.» Προτρεπτικό, διδακτικό, βασισμένο σε πείρα ζωής και παθημάτων.
Ποιήματα με θρησκευτικό περιεχόμενο τα: Καταφύγιο, όπου το μυστηριακό και ιερό μπορεί να αποτελέσει καταφύγιο του ανθρώπου, το  Δώσε Κύριε, ένα ποίημα προσευχή, με παρακλητικό τόνο να δώσει ο Κύριος στον μοναξιασμένο και προδομένο, στον αδικημένο και φτωχό, ψωμί, λευτεριά, ισότητα, Δημοκρατία, καθαρή σκέψη.
Στη Ναζαρινή Κόρη, ο λόγος για την Παρθένο Μαρία, από την είσοδό της στο ναό, ως τον ευαγγελισμό και τη γέννηση ως τα πάθη του Υιού της . «Σάρκα γήινη κρύβει το αναπάντητο μυστήριο του ερέβους των αιώνων, σφραγίδα οριακή της ύπαρξης και ανυπαρξίας.»                                                         
Στην τέταρτη σειρά συνεχίζεται το κλίμα της τρίτης, όπως αναφέραμε και στην αρχή, με τη φιλοσοφική διάθεση, ιδιαίτερα σε θέματα δικαιοσύνης. Συμπληρώνεται ο κύκλος της διάψευσης και εισέρχεται μια νέα θεματική, η κοινωνικότητα, με τους φίλους και τις μνήμες από το παρελθόν, πάντα σε συνομιλία με το παρόν.
Στο ποίημα Δείχτης αναμονής το θέμα της δικαιοσύνης, που πολύ απασχολεί τον ποιητή, και της αδικίας, της θλίψης και της διάψευσης, των παθών και της επακόλουθης πείρας ακολουθεί το ποίημα Αιμάτινα φύλλα της ψυχής όπου η επιφάνεια και ωραιοφάνεια καταδικάζονται και αναζητείται η πίστη στο μυστηριακό μίτο του κόσμου που πλέκουν οι γνήσιοι άνθρωποι. Ο Κυριάκος Χατζηλουκάς πολλές φορές καταφεύγει στις αντιθέσεις και αντιπαραβολές, όπως στο Αντιστάθμισμα, όπου «οι κομμένες φτερούγες σκυτάλες της αλήθειας, η μοναξιά πλάστρα απαντοχής, το μαρτύριο νεκρώνει την ύβρη και φέρνει τον ήλιο.» Ανάμεσα στα πάθη της ζωής εκπορεύονται οι ελπίδες για ένα καλύτερο κόσμο, ιδανικό, για τον οποίο ο ποιητής πάλεψε κι έχασε, διαψεύστηκε, όμως σ’ αυτόν προσδοκεί.
Στο τέλος της ποιητικής συλλογής βρίσκουμε δυο τρία ποιήματα της συντροφιάς, της φιλικής σχέσης των ανθρώπων, της συνύπαρξης ζώντων και τεθνεώτων, όπως στη Νοσταλγία χειμωνιάτικου δειλινού και στο Τέλμα, ενώ μια νότα σε διαφορετικούς ρυθμούς κατά το σεφερικό ρόδο της μοίρας, βρίσκουμε στο ποίημα Γέλιο, γέλιο της μοίρας γέλασε το γέλιο του τσιγγάνου.

Επειδή πρόθεσή μου δεν είναι να αναλύσω όλα τα ποιήματα της συλλογής αλλά να δείξω εν πολλοίς τη θεματική και τους εκφραστικούς τρόπους του Κυριάκου Χατζηλουκά, νομίζω πως μπορώ να κλείσω με τη γενική παρατήρηση πως ο ποιητής είναι ένας κήρυκας αξιών, πληγωμένος και συνεχώς ανανεωμένος παρά τις διαψεύσεις, εργάτης του στίχου και του λόγου, παρά το στόμφο ή την γλυπτική της έκφρασης, γνωρίζει την αξία του, βιώνει την παραγνώριση και την αδικία, αγωνίζεται όμως τον ηθικό αγώνα της αρετής και της μεσότητας, μακριά από επιδείξεις και επιφανειακές εξάρσεις, φιλοσοφώντας μέσα στα τραγικά αδιέξοδα που βασανίζουν αυτόν και τους ήρωές του, από αρχαιοτάτων χρόνων, άρα οι συλλήψεις του είναι διαχρονικές και ο λόγος του άξιος για μελέτη.
Στέλιος Παπαντωνίου