Δευτέρα, 14 Ιουλίου 2014

ΣΤΕΛΙΟΥ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ, ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΤΖΗΛΟΥΚΑ, ΑΡΜΟΙ ΑΙΧΜΗΤΕΣ


ΣΤΕΛΙΟΥ ΠΑΠΑΝΤΩΝΙΟΥ
ΚΥΡΙΑΚΟΥ ΧΑΤΖΗΛΟΥΚΑ, ΑΡΜΟΙ ΑΙΧΜΗΤΕΣ, ΑΚΤΗ 1998

Η ποιητική αυτή συλλογή αφιερωμένη στη μνήμη του αδελφού του ποιητή Λουκή χωρίζεται σε τέσσερα μέρη, Κέλευθα, Ενθέσεις, Αιώρα, Δυσμή. Βρισκόμαστε στο ίδιο ποιητικό κλίμα με τα ίδια βασικά θέματα με τις προηγούμενες συλλογές με γενικό τίτλο Αρμοί, ο βαθμός μάλιστα δυσκολίας κατανόησης ίσως να επιτείνεται και τούτο οφείλεται σε μια γενική παρατήρηση που ισχύει και για τις άλλες των Αρμών και σχετίζεται άμεσα με τη χρήση των λέξεων, τη δομή των στίχων ή των μικρών ενοτήτων στίχων.

Κάθε λέξη έχει ένα περιεχόμενο όχι απεριόριστο. Με τη μεταφορική της χρήση η σημασία της λέξης εκτείνεται ακόμα περισσότερο. Κανονικά η σύνταξη των λέξεων βοηθά στην ειδίκευση του νοήματος. Αντί τούτου, επειδή το περιεχόμενο και της επόμενης λέξης είναι το ίδιο αόριστο, ο βαθμός αοριστίας των φράσεων ή προτάσεων ή στίχων ή ακόμα περισσότερο της ενότητας των στίχων αυξάνεται εις την δευτέραν και τρίτην, με αποτέλεσμα όχι τη διάνοιξη σε νοήματα αλλά το κλείσιμο της πόρτας σε όποιον προσπαθήσει να κατανοήσει τα γραφόμενα. Χρησιμοποιώ τον όρο κλείσιμο, γιατί ο ποιητής στην τελευταία του συλλογή Χρωμόφως χρησιμοποιεί τον όρο Άνοιγμα, γιατί με τις σημειώσεις και την αναπτυγμένη παρουσίαση των θεμάτων του ανοίχτηκε στον αναγνώστη που νιώθει πια οικείος και επικοινωνεί ανετότερα με τον ποιητή κι ο ποιητής με τον αναγνώστη του.

Όπως έγινε και με τις προηγούμενες συλλογές, ως αναγνώστης προσπαθώ να κατανοήσω και να παραθέσω τα νοήματα που συλλαμβάνω στην επαφή μου με την ποίηση του Κυριάκου Χατζηλουκά, πιστεύοντας πως συμβάλλω στο να γνωρίσουν περισσότεροι αναγνώστες το έργο.

Κέλευθα: Το πρώτο ποίημα αναφέρεται στην ψυχική  φθορά που επιφέρει ο χρόνος στον άνθρωπο στη σχέση του με τα Κατεχόμενα εδάφη μας, τη σημασία που αποδίδουμε στην τηλεόραση και στη νεφελώδη μας πορεία στο εθνικό θέμα μαζί με την επικέντρωσή μας στον υλικό ευδαιμονισμό. «Καπνός τα σίδερα, Έφυγε η νοσταλγία, αναλύουμε την οθόνη. Φορείς, αμφορείς, νεφοδρόμια. Η σκευή άρμεγε το μύθο.» «Άτακτες μάζες έχασαν τη φωνή τους… Τα παιδιά σέρνονται να μετατοπίσουν οράματα… Δωρείται πολύ αργύριο για αχυρένιους προμαχώνες.»

Ως γνωστόν η λέξη κέλευθα σημαίνει τους δρόμους, γι’ αυτό, αν ο ποιητής αναφέρεται σε ταξίδι του στην Ιταλία, μπορούν ευκολότερα να ερμηνευτούν αναφορές του στο Αρχιπέλαγο, στην Πομπηία, τη Βενετία και τους δόγηδες, τη Ρώμη και το Κολοσσαίο, στους Μεδίκους, παρόλη τη σύζευξη της Βενετίας με την Κύπρο και την πιθανή χρήση της ως συμβόλου μιας βυθιζόμενης πολιτείας, αντίστοιχης με την κατάσταση στην Κύπρο από εισβολής και εξής. Ο στίχος «Για σπασμένο μάρμαρο το ταξίδι» επιτείνει την αναφορά σε ταξίδι σε  αρχαιολογικούς χώρους. Όπου κι αν πάει όμως ο ποιητής τον ακολουθεί ο πόνος για την καταστροφή του τόπου του. «Οι πόλεις μας φλογισμένες και φρόνιμες δρόμοι ανεξήγητοι. Αζύγωτη η Παναγιά. Τόσος μόχθος βορά.» «Εμβατήρια μνημονεύουν χαλάσματα.» Όμως καιρός επιστροφής στην πατρίδα. «Νόστος για αυλές.» «Μετοικεσία σε κλουβιά.» «Γυρνάμε τους κύκλους των κλουβιών μας.» Επάνοδος στο κλουβί, στον τόπο, στο διαμέρισμα, στη σκλαβιά μας.

Η έννοια των κελεύθων, των δρόμων, μεταφέρεται και στο ιστορικό ταξίδι του νησιού, κατά τη διάρκεια των χρόνων, με χαρακτηριστικό το νεφελώδες των πολιτικών χειρισμών. Η πράξη μακράν της θεωρίας. «Η πατρίδα μου των Δωρίδων και Ακάνθων. Λίγοι δείχτηκαν καπεταναίοι. Δεν προμέτρησαν άγκυρες. Καράβια στην ομίχλη. Άπρακτες λύρες.»

Γενικότερα είναι όμως και το ταξίδι της ζωής, που οδηγεί αναπότρεπτα στο θάνατο. «Κοιμηθήκαμε σε κήπους μνήμης. Το τραγούδι των κύκνων στροφή. Ανύποπτη φεύγει η ζωή.»

Ο ποιητής παρακολουθεί τη σύγχρονή του πραγματικότητα και τις εξελίξεις, θλιβερές και πάλι. «Σώματα που έχασαν τις φωνές τους κρύβουν κεριά. …Σε στέρνες το θανατικό. Απορία σε χαράδρες.» Η αντιστοιχία με την εύρεση λειψάνων αγνοουμένων σε πηγάδια και χαράδρες μπορεί να ερμηνεύει τους στίχους.

Ενθέσεις: Προσωπικά βιώματα, γενικότερα ισχύοντα, κρύβουν οι στίχοι «Κάμπτεις το δόλο με ρίγος και στέρηση. Σκεπάζεται η φωνή σου… Δεν είν’ εύκολο ν’ αγγίξεις τη μνήμη. Νόστοι μακραίνουν. Μέγα το ερώτημα της σιωπής. Εκείνοι που έχασες σταθμεύουν μαζί σου. Φιλιώνεις με τον καιρό. » Ο χρόνος ήδη παίζει αρνητικό ρόλο στην υπόθεση της επανόδου στις πατρογονικές εστίες. Η αγωνιστικότητα εκλείπει, οι αλλαγές πληθαίνουν: «Αγνοήσαμε τα στενά. Αλλάζουμε χιτώνες. ..Επαναγράφουμε σχεδίες.» Η εισαγωγή τούρκικων έργων στην τηλεόραση και η πνευματική σύγχυση είναι φανερή στους στίχους «Αμισός Ποντία (ελληνική πόλη του Πόντου) κοιμήθηκε αργά. Ο χρόνος φθείρει το μεγάλο δίχτυ. Βίωσε Σουλεϋμάν ο Έλλην.» Η αναφορά σε καταποντισμένες πολιτείες, «Έτοιμο το ναυάγιο της Φαναγόριας» προδιαγράφει δυσμενώς και την τύχη του τόπου.

Μια γενικότερη φιλοσοφική θέση για τη ζωή ο στίχος «Ναύτες είμαστε και λύνουμε δεσμά» ένας στίχος που μπορεί να αναλυθεί πλούσια με την παρομοίωση των ανθρώπων με ναύτες που ταξιδεύουν το ταξίδι της ζωής, διαπλέουν το πέλαγος του βίου, και καθ’ όλη τη διάρκεια του ταξιδιού δεν κάνουν τίποτε άλλο από το να προσπαθούν να αποκτήσουν την ελευθερία τους.

Το γενικότερο περιεχόμενο πολλών ποιημάτων βρίσκουμε στην κατακλείδα της ενότητας «Κοιλάδες του αίματος, μυρσίνη και σιωπή. Διωγμένες οι χίμαιρες.» Πολλοί χάθηκαν, πολύ αίμα χύθηκε, δόξα στους τιμημένους νεκρούς αλλά και σιωπή, γιατί ο πόλεμος του 1974 ήταν ένα έγκλημα εναντίον της πατρίδας. Τα όνειρα για ένωση των Πανελλήνων των γενεών των Ελλήνων της Κύπρου εξανεμίστηκαν.

Αιώρα. Η αιώρα ως κούνια υποδεικνύει την αστάθεια στις ιδέες μας και στην πορεία μας στο εθνικό θέμα αλλά και σε άλλες πτυχές της ζωής. Άλλα περιμέναμε κι άλλα μας ήρθαν λεν οι στίχοι «Αλλιώς νοήσαμε τη νέμεση. Ανέγγιχτοι οι ανομήσαντες. Μόνη μ’ αμφίβολα όνειρα. Τα βάθρα ανάερα. Πορευόμαστε ανεξήγητα. Ο καθένας στους γύρους του. Οι γύροι αινιγματικοί. Πλανώμενοι σε ερήμους.» Στίχοι παρμένοι από την ενότητα, από διάφορα συμπλέγματα, που φανερώνουν όμως τη συνέπεια στο θέμα και στην ερμηνεία του.
Και πάλι όμως η τύχη της πατρίδας «Ο χώρος  κόβεται. Λίγος για πνοή.»  

Δυσμή: Η δύση και του ήλιου, εσπέρας, και του βίου, το γήρας. Ήδη το πρώτο τετράστιχο μας διαγράφει το κλίμα. «Φεύγει σκυμμένη πομπή. Συντάξεις σκεπάζουν φωνές.Η γενεά άπασα μαζεύει τις πληγές» που παραπέμπει στο του επιταφίου αι γενεαί πάσαι. Και παρακάτω «Θρηνείς το χαμό του καιρού. Μας κουβαλά μια δέσμη οστά. Καταλείπουν σάρκες. Αποκολλήσεις βιοτών. Μετέωροι στη στερνή διάβαση. Ταξίδια από αιώνες λήθαργοι από ληκύθους.» Ώσπου φτάνουμε στο τέλος της ενότητας και της συλλογής στο θάνατο. «Φτάνουν λευκές σινδόνες. Νιώσαμε πολύ πριν τη θανάτια πάλη. Μοίραζαν σάβανα σε αφημένες πύλες. Κρυφή η κυρά της κυπαρίσσου.» Ο θάνατος του αδελφού, στον οποίο είναι αφιερωμένη η συλλογή, είναι βέβαιο πως σφράγισε την ενότητα.


Κλείνοντας τη θεώρηση της συλλογής του Κυριάκου Χατζηλουκά Αρμοί Αιχμητές υπενθυμίζουμε πως αναφερθήκαμε σε όσα νομίζουμε πως έχουμε συλλάβει νοήματα και τα οποία μπορεί να είναι βοηθητικά στην ανάγνωση και από άλλους του ποιητικού έργου. Είναι βέβαιο όμως πως πολλά μένουν ανερμήνευτα, στα οποία άλλοι μελετητές μπορούν να συμβάλουν.