Πέμπτη, 1 Αυγούστου 2013

Του μηνός Αυγούστου

Στέλιου Παπαντωνίου

Του μηνός Αυγούστου

Αυγούστου η πρώτη
Τ’ αυγό του φιδιού αυγαταίνει
της Ιστορίας σκοτία.
Μνήμη θανάτου
Αντιστροφή των φίλων
Φλέγοντα ναπάλμ.
Στενές γωνίες της μνήμης καραδοκούν  το φαράσι τους
Πέρσι τέτοια μέρα, προπέρυσιν, προ δεκαετίας
Εείκοσιν έτη παρήλθον
Σύγνεφα στον αγέρα βαίνουν ως την κρυσταλλοποίηση
Φωνές φρικώδεις κραυγές φλόγας τσουρουφλίζουν
Ο άνεμος φυσούσε μανιωδώς θορυβούσε
Τα κουκουνάρια των πεύκων
βέλη πετάγονταν αεροπλάνα
πεντοζάλης
Καίγοντας τους γηγενείς βρακοφόρους.
............


 Απλωτές στη θάλασσα του Τζυρκού
Στο μποστάνι του Σκάρου
Φιλόξενος Δίας κάθιζε τους φίλους στην πέτρα
στο τραπέζι φούρνος ελιάς
Η Καλομοίρα στη νηστιά το τηγάνι
Ιησούς Χριστός Θεού Υιός Σωτήρ
Πώς άνοιγαν τα σωθικά
Οι επιθυμίες ατέρμονες
ανοιγμένα στόματα
Νεανικές ελπίδες
ζωηφόρος ζωφόρος του μελαψού στον ήλιο
Της αλμυρήθρας θαυμαστής,
στις γούβες το αλάτι αντιφεγγίζει
Σπηλιές τραγουδώντας θαλασσινά
Όπως ο Ευριπίδης με το
Σπήλαιον αναπνοήν έχον προς την θάλατταν
Αποφεύγοντας τα συριστικά διά την ευφωνίαν.
...............................


Έτσι ο ποιητής διδάσκει την τέχνη του
Με στίχους διάστικτους
με την πείρα του σταλαγμίτη και των ατελευτήτων ωρών
Η χημεία και των λέξεων ορμαθός
Η ποίηση εκ του μηδενός
Μ’ ένα ποτήρι κρύο νερό στο τραπέζι
Κι οι παίδες αεί  να παίζουν ανάλογα με την ηλικία τους
Χωρίς χασμωδίες.
.................................


Αύγουστος
Παρακλητικός κανόνας του παππού στη γιαγιά παπαδιά
Πορεία στην κοίμηση των θνητών ημών όχι
Απόστολοι εκ περάτων
Διά νεφέλης προσήλθον
Θαυμαστά τα έργα και τα ιστορήματα
Κατήλθε στο πρόσωπο του ανθρώπου η θεότης
Αίρονται στα ύψη του Άθω τα χρυσοκάντηλα
Και στη  φτωχή εκκλησιά του Βουνού
Ένα μικρό παράθυρο να μπαινοβγαίνουν οι άγγελοι
Ξενυχτισμένοι  στου Ματσάγγου.
...............................................


Έτσι και στη γειτονιά μου
Κάτι ντάπιες
 Αντίγραφα μεσολογγίτικα
Να κρύβουν την ανέχεια και τ’ άνυδρα τυφέκια
Τον ενθουσιώδη νεανία
-πώς μεγαλώσαν τα μαλλιά σου-
ν’ ανεμίζουν στις κιτρομηλιές της Καλλιόπης
Φωνές ν’ αλφαβητίζεις γνώριμες και τη νύχτα
Μακρόσυρτα κεντήματα του μουεζίνη
Στις κουρτίνες ενός παραλληλόγραμμου δωματίου στ’ ανώι
Φύλακες νυχτοφύλακες
Τα τουρκάκια καμάρωναν πείσμωναν  
Προσδοκώντας εμείς  την ένωση
το ποιητικό ημίχρονο.
....................................................


Στη Φωκαία και στην Ανάβυσσο
Κάθε Αυγουστιάτικο φεγγάρι
Ξετυλίγεται αποστεωμένη ζωή στην αντίπερα όχθη
γνώριμα τοπία,
Οι φωτογραφίες αντιγράφουν
Διάλεξαν, επέλεξαν, στην τύχη,
Να τους θυμίζει την πατρίδα;
Ονομάτων επίσκεψις τα επίθετα –ογλου
Ο παππούς μνημονεύει κι η γιαγιά
εμείς μάρτυρες εξ ακοής
Δεν πάτησα ποδάρι στους τόπους μας, λένε.
Μα όπου ψηλαφήσεις εδώ
ψιθυρίζουν ακόμα στ’ αυτί σου  
Εκκλησιές, καφενεία, βαρκούλες ακρογιαλιές  
Κύβοι σπιτάκια με τις αυλές και το βασιλικό
Εναπομείναντα.
.........................................................................