Τετάρτη, 10 Ιουλίου 2013

Ένας κόκκος για το Μαρί

Ένας κόκκος για το Μαρί
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Το ηφαίστειο ήταν φορτωμένο σε ξένο πλοίο για ξένη χώρα. Οι μάγιστροι των ξένων  επέβαλαν την προσάραξή του στις Μωρές Παρθένους Νήσους. Ο κυβερνήτης των νήσων  εξωτικός κι εξωκοσμικός, μέγας πολιτικός φάνταζε στον εαυτό του, οι συγκομματάρχες του επαίρονταν που τον ανέβασαν στους ώμους τους κι από κει στο θρόνο, φίλοι και γνωστοί του του καταγίνωσκαν -ευγενικώς τουλάχιστον- άγνοια.  Το πλοίο λίγοι ήξεραν πως κουβαλούσε ηφαίστειο. Οι πρωτοασηκρήτες μόνο γνώριζαν τα βαθύτερα μυστικά του κράτους κι ιδιαίτερα τα ενδότερα μυστικά της μυστικής διπλωματίας του μεγάλου άρχοντος. Αυτός διέτασσε κι οι άλλοι υπάκουαν γονυκλινείς: το φορτίο με το ηφαίστειο να τοποθετηθεί στο πλησιέστερο στρατόπεδο. Αν ήταν κοντά ηλεκτροφόρες πηγές αγνοούσε ο ανώτατος άρχων, τι είναι τούτα τα φουγάρα δε ρώτησε να μάθει καμιά φορά  περνώντας για να πάει στο εξοχικό του να ξεκουραστεί από την τόση δουλειά, «εργαζόμαστε σκληρά», καθώς έλεγε, κι εμείς νόμιζε πως πιστεύαμε.

Ήταν μια μέρα φαρμακερή. Η έκρηξη του ηφαιστείου βύθισε το νησί στα μαύρα σπλάχνα της γης, ο ουρανός φλόγα κόλασης, τα πέριξ κρανίου τόπος, και τα παλικάρια, ναυτικοί, πυροσβέστες, τσουρουφλισμένα όνειρα εξαγριωμένα στην συγχυσμένη αδαημοσύνη και στην ουσιαστική ανημπόρια των εκλελεγμένων. Γονατιστοί οι γονιοί να σωρεύουν τις άγιες σάρκες και τα κόκαλα, η γη να ριγά, ο ουρανός να θολώνει, η θάλασσα τρεμούλιαζε κι όλοι εμείς στην ακινησία των θλιβερών αγαλμάτων.

Όμως η πρώτη κίνηση των κομματικών στελεχών να εκδώσουν ανακοινώσεις: ο ανώτατος άρχων υπεράνω υποψίας, καταδικάζουμε, συλλυπούμεθα, αμέριστη η συμπαράσταση. Τα λόγια πολλά κι η υποκρισία υπερεπερίσσευεν. Μην εγγίζετε τα κακώς έχοντα.

Οι λάκκοι άνοιγαν ο ένας πίσω από τον άλλο να γεμίσουν με τα λουλούδια, με τα λιοντάρια, με τα εγκάρδια θαρραλέα παιδιά, με τους δίδυμους αετούς, με τους γονιούς, τ’ αδέλφια, πόνος λυγμός δάκρυ ατέλειωτα και βασανιστικά στην μαύρη σκληρή μοίρα, στις εγκληματικές πράξεις ή παραλείψεις των υψηλά ισταμένων και σειομένων από την εσωτερική ηλεκτρική εκκένωση του τρόμου για τη θέση και την υστεροφημία τους. Θρήνος κλαυθμός και οδυρμός πολύς.

Ύστερα φούντωσαν οι ζωντανές κραυγαλέες και στεντόρειες διαμαρτυρίες, τα δέντρα έξω από το προεδρικό συμμετείχαν σε στάση προσοχής, ουρανομήκεις οι κεραυνοί στα χέρια των διαδηλωτών που δεν ανέχονταν, η δικαιοσύνη έπρεπε ν’ ανοίξει τα μάτια, να δοθεί ολόκληρη σ΄ όσους απαιτούσαν τον ερχομό της , όχι πως θα ’φερναν πίσω τα παλικάρια, τα ψυχωμένα, την αντρειά, την αξιοσύνη, τη ζεστή αγκαλιά, το ζωντανό άνθρωπό μας. Θα γέμιζαν όμως το ψυχικό κενό. Το αίτημα.

Αργότερα, το πόρισμα εξήλθε, δεν ήρεσεν όμως εις τον άρχοντα ούτε στο κόμμα του, υπερέβησαν –λέει- τα όρια, υπερέβησαν τας εντολάς, ωσάν η δικαιοσύνη να είναι ένδυμα γάμου, ράβεται στα μέτρα του παραγγέλλοντος , ειδ’ άλλως απορρίπτεται. Όπως απέρριψε και ο λαός τους τότε κυβερνώντας. Αλλά το άκαιρο και πάλι: δεν έδωσαν την παύση τους στην κατάλληλη ώρα να σώσουν την αξιοπρέπεια και την αυτοφημιζόμενη ανθρωπιά τους, αλλά μαγνήτισαν και τη δεύτερη σε λίγο χρόνο δυστυχία στον τόπο, κατρακύλα στον οικονομικό γκρεμό, δυστυχία χωρίς όρια, με το θράσος να  ξεχειλίζει από το στόμα των τέως και να πνίγει την αντοχή των φρονίμων.


Η δικαιοσύνη όμως, ακόμα και μετά τη δίκη, στα στήθη των πλείστων μένει ανοιχτή για την πλήρη απόδοσή της. Για την αναγκαία ηρεμία των ψυχών.