Σάββατο, 23 Μαρτίου 2013

Αρκεί σοι η χάρις Μου


Αρκεί σοι η χάρις Μου
του Στέλιου Παπαντωνίου 

«Τι να σε πω, παιδί μου! απήντησε τότε η μήτηρ μου, σύννους καθὼς ήτον. Ο Πατριάρχης είναι σοφὸς και άγιος άνθρωπος. Γνωρίζει όλες τες βουλές και τα θελήματα του Θεού και συγχωρνά τες αμαρτίες όλου του κόσμου. Μα τι να σε πω! Είναι καλόγερος. Δεν έκαμε παιδιά, για να μπορεί να γνωρίσει τι πράγμα είναι το να σκοτώσει κανείς το ίδιο το παιδί του! Οι οφθαλμοί της επληρώθησαν δακρύων και εγώ εσιώπησα.»

Ο Βιζυηνός στο διήγημα «Το αμάρτημα της μητρός μου» παρουσιάζει μια μάνα που χωρίς να το θέλει πλάκωσε και θανάτωσε έτσι το νεογέννητο παιδάκι της ενώ κοιμόνταν. Το αμάρτημα αυτό την κατατρύχει σ’ όλη της τη ζωή, κι ο γιος της θεωρεί καλό να την πάρει στον Πατριάρχη να εξομολογηθεί, ίσως νιώσει ανακούφιση.  Στο τέλος όμως η μάνα αποφαίνεται πως ο Πατριάρχης, αφού δεν έκαμε παιδιά, δεν μπορεί να ξέρει τι σημαίνει πόνος για την απώλεια ενός τέκνου εξ ιδίας υπαιτιότητας.

Αυτές τις μέρες - και μη εξ ιδίας υπαιτιότητας - ο καθένας μας στην Κύπρο, άλλος λίγο άλλος πολύ,  αίρει το σταυρό του από την οικονομική λαίλαπα, τα αποτελέσματα της οποίας δεν είναι μόνο οικονομικά αλλά και κοινωνικά και ψυχολογικά. Κάθε περίπτωση είναι ξεχωριστή, κι ίσως ο ένας να μην μπορεί να συλλάβει εύκολα την κατάσταση του άλλου, να επιμετρήσει το μέγεθος του προβλήματος του καθενός, παρόλα τα κοινά. Γι’ αυτό, σεβόμενος ο καθένας τον πόνο του άλλου, ας αποφύγει δασκαλίστικες συμβουλές. Καιρός μάλλον για μια πραγματική «μετάνοια», με τη σημασία της αναγκαστικής αλλαγής νοοτροπίας. Να οπλιστούμε ο καθένας με την πανοπλία της υπομονής, της εργατικότητας και της αλληλεγγύης, ώστε να διαβούμε τα κακοτράχαλα μονοπάτια της απενταρίας που θα μας πληγώνουν όχι τα γόνατα, μα την ίδια την αξιοπρέπεια, και όλοι μαζί να σπρώξουμε το φως στην ανατολή του.

Τα κείμενα από αρχαιοτάτων χρόνων έχουν κατατεθειμένο πλούτο σοφίας και διδάγματα και πώς θα αποφεύγαμε και πώς μπορούμε να διαβούμε την κακιά σκάλα. Κι ο ιστορικός Θουκυδίδης και η στωική φιλοσοφία και τα διδάγματα της χριστιανικής θρησκείας και οι ύμνοι της Εκκλησίας μας κατευθύνουν τα διαβήματά μας, οδηγούν σε απαντήσεις.  Πάντα όμως το ερώτημα είναι αν όλα αυτά είναι βοηθητικά στην πραγματική απογοήτευση, στην πραγματική εγκατάλειψη, στον  πραγματικό πόνο, όπως ο καθένας τον βιώνει αυτές τις μέρες. Βρίσκει ο δάσκαλος στα διδάγματα διέξοδο;  Τον έχουν ως τώρα βοηθήσει στις δύσκολες στιγμές ή είναι απλώς μεταποίηση των βιωμάτων σε λόγο, με την εκλογίκευση προσπαθεί να κατανοήσει και να διαχειριστεί με τη βοήθεια και της πείρας άλλων ή της δικής του, την κατάσταση μέσα στην οποία βυθιζόμαστε; Ένα από τα όπλα του ανθρώπου είναι η εκλογίκευση, ένα όμως άλλο μεγάλο είναι η πίστη, η καταφυγή στη μόνη προστασία των πιστών.  Εκλογικεύοντας, αναλύουμε λογικά τα όσα επιτρέπεται να πληροφορηθούμε δεδομένα και προσπαθούμε να κατανοήσουμε, να αποφασίσουμε, να τοποθετηθούμε. Η πίστη υπερβαίνει όλα αυτά. Αφετέρου όμως, ο εσωτερικός κόσμος του καθενός μας γέμει συμβουλών των γονιών, των δασκάλων, όλο και κάτι θυμόμαστε από τα εκκλησιαστικά λόγια, όλο και κάποια ιστορία μας θυμίζει τρόπους αντιμετώπισης κινδύνων. «Εις σε προστρέχω τέχνη της ποιήσεως, που ξέρεις από φάρμακα» λέει ο Καβάφης. Άλλος λοιπόν προστρέχει στην Ποίηση, άλλος στην Ιστορία, άλλος στη  Θρησκεία, άλλος στη Φιλοσοφία, να βρει τα φάρμακα για την παρούσα συγκυρία, άλλος στους φίλους και στους συγγενείς και προπάντων «ένδον σκάπτει», στο χρυσωρυχείο της καρδιάς και του νου. Κι όπως συμβαίνει με το θάνατο αγαπημένων προσώπων, αν προετοιμαζόμαστε μαζί τους, δεχόμαστε και καρτερούμε το τέλος, αν όμως είμαστε απροετοίμαστοι, χρειαζόμαστε χρόνο μετά από το απροσδόκητο να συνέλθουμε και να χωνέψουμε το κακό, έτσι και στην παρούσα κατάσταση, επειδή αυτή μας βρήκε απροετοίμαστους, πράγμα για το οποίο κάποιοι φταίνε, πήραμε λίγο χρόνο με την απορριπτική πρόταση της βουλής, αρχίσαμε να συνειδητοποιούμε το χάος π’ άνοιξε κι έκλεισε το τραπεζικό παρελθοντικό πια μοντέλο μας,  και τώρα χρειαζόμαστε τον καιρό του ο καθένας, όχι να βρει τα πόδια του αλλά προπάντων την ψυχική δύναμη να αντιπαλέψει με τους καθημερινούς κινδύνους.

Το ιστορικό παρελθόν και η πείρα από το 1974 προδικάζουν επιτυχία στον αγώνα, γιατί και δουλευταράδες είμαστε και υπομονετικοί και πεισματάρηδες, με ψυχικά αποθέματα που έρχονται στην επιφάνεια, όταν τα χρειαζόμαστε. Κανένας δεν μας υποσχέθηκε πως ζώντας σ’ αυτό τον τόπο, αυτή την εποχή, θα ζούμε ζωή χαρισάμενη.

«Η γαρ δύναμίς μου εν ασθενεία τελειούται», είπε ο Χριστός στον Παύλο, όταν ζητούσε να τον απαλλάξει από μια ασθένειά του. «Αρκεί σοι η χάρις μου», του είπε.