Τρίτη, 1 Μαΐου 2012


Παπακωνσταντίνος Παπαβασιλείου

ππκων ππβ.tif

ΠΑΠΑΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΠΑΠΑΒΑΣΙΛΕΙΟΥ

Η θητεία μου στην εκκλησία αγίου Κασσιανού υπήρξε δόξα τω Θεώ μακρά. Ο μακαριστός παππούς μου Στέλιος Ιωάννου Ψημολοφίτης, παπουτσής το επάγγελμα, με πήρε στα οχτώ μου χρόνια από το χέρι μια Κυριακή και με οδήγησε στο ψαλτήρι, την εποχή που ένας νέος τότε ψάλτης ήρθε στην εκκλησία μας, ο Αλέξανδρος Παπαχριστοδούλου. Η μέρα αυτή μου είναι ακόμα αξέχαστη, γιατί ήταν καθοριστική για την όλη μου πορεία και σχέση με την εκκλησία. Το στασίδι του ψάλτη στην εκκλησία μας είναι πολύ ψηλότερο των άλλων, κι έτσι εγώ, μη μπορώντας ακόμα να σταθώ σε σκάμνο, στεκόμουν μπροστά στον ψάλτη που έβαζε πολλές φορές το χέρι του στο κεφάλι μου, μακάρι να ήταν ευλογία έστω και ψάλτου, γιατί η ψαλτική με κέρδισε, έστω κι αν δεν είχα θητεύσει ως τότε σε σχολές βυζαντινής μουσικής. Ο Αλέξανδρος αποδείχτηκε άριστος εκτελεστής, άριστος ψάλτης, μεγάλη φωνή και πιστός στον άγιό του σ’ όλη τη διάρκεια της ζωής του.

Γύρω στο 1955 καντηλανάφτης της εκκλησίας ήταν ο θείος μου Κόκος, αδελφός της μάνας μου, νυμφευμένος στη Λακατάμια. Επειδή όμως δεν μπορούσε καθημερινά να βρίσκεται στην εκκλησία, γιατί τότε ο Παπάκωστας λειτουργούσε καθημερινά, όρθρο εσπερινό, αντικαθιστούσα εγώ το θείο, κι έτσι έμαθα την τάξη αλλά και όλα όσα διδάσκει η εκκλησία στο φοιτητή της, να διαβάζω σωστά την ελληνική των ύμνων και ψαλμών, του ευαγγελίου και των αποστολικών αναγνωσμάτων, να ξεχωρίζω το αρμόζον ύφος και να εκτελώ σωστά ό, τι απαιτούσε η λειτουργία. Μέσα στην εκκλησία ο άνθρωπος ξεθαρρεύει, και παρά την ντροπαλότητα που με διέκρινε, κατόρθωσα να μετέχω άριστα στις τελετές, με το ανάλογο ύφος, γιατί δεν είναι το ίδιο να κρατάς μια σκούπα και να κρατάς εξαπτέρυγο ή λαμπάδα ή να θυμιατίζεις ή να προσφέρεις το ζέον στον παπά, δεν είναι το ίδιο να διαβάζεις εξάψαλμο ή απόστολο ή προφητείες.

Μια μεγάλη ευλογία για την εκκλησία μας την περίοδο 1950 ως 1974 ήταν ο μακαριστός ιερέας μας Παπακωνσταντίνος Παπαβασιλείου. Σεμνός, χωρίς υπερβολές, μετρημένος και ως άνθρωπος και ως ιερέας, καλλίφωνος και προπάντων μερακλής, όσο κανένας ως τώρα ιερέας που γνώρισα. Τι σημαίνει μεράκι στον παπά; Να τηρεί τους κανόνες, να ιερουργεί με όλη την ψυχή του, να καλεί με τον τρόπο του τους πιστούς να μετέχουν στα ιερά δρώμενα, να είναι το πρότυπο της εκφοράς του λόγου, της απαγγελίας.  Κι αυτός ήταν ο Παπάκωστας. Κάμαμε μαζί εκατοντάδες εσπερινούς, μια μέρα θυμάμαι χάθηκε το Ωρολόγιον, έβαλε ευλογητό, άρχισα κι εγώ να εκφωνώ τον Προοιμιακό, έρχεται να ψάλλουμε μαζί το Κύριε εκέκραξα, το Ρολόι πού είναι, μου λέει, δεν ξέρω, απ’ έξω τα είπες; Ναι. Μικράκι εγώ, αλλά με την επανάληψη τα μαθαίνει  κανείς, μη νομίζετε πως καταβάλλει ιδιαίτερη προσπάθεια να τα μάθει, η επανάληψη είναι η μήτηρ των επιστημών, repetitio est mater sturiorum, λατινιστί λεγόμενο. Κατά τα σαρανταλείτουργα, πριν πάω στο σχολείο έπρεπε να αναλάβω να μοιράσω στα σπίτια της γειτονιάς, όσοι μνημονεύονταν, την καθημερινή τους μερίδα, ένα αντίδωρο από ψωμί, με μια τρυπίτσα πάνω, μαρτυρία ότι μνημονεύτηκαν οι δικοί τους, κι έτσι πρωινιάτικα χτυπούσα πόρτες και μοίραζα μερίδες, με τη μυρουδιά των σπιτιών ως σήμερα στη μύτη μου, χνώτα, τσάι γλυκάνισσο, σούπα τραχανά, καπήρα στη φωτιά, στη γκαζιέρα, στο πύραυνο. Ήταν κι οι άσχετοι, χτυπώ την πόρτα, μερίδα λέω, κι ακούω, παράγγειλες καμιά μερίδα φαγητό πρωινό πρωινό, κυρά; Κι ύστερα τρεχάλα για το σχολείο. Μαζί με τον Παπάκωστα στους καλαντισμούς στα σπίτια, ιδιαίτερα τα Θεοφάνεια και μετά οι επισκέψεις για να πληρωθεί για τα σαρανταλείτουργα, το μεταλλικό δοχείο που κρατούσα με τον αγιασμό γέμιζε κέρματα, οι τσέπες του ράσου του φουσκωμένες  τρανταμέντα, κι εγώ με το ανάλογό μου, μάλλον ψιλοπράματα, μα η χαρά του ήταν μεγάλη, είχε πολλά στόματα να θρέψει, κόρες να προικίσει, υποχρεώσεις πολλές που  τον απασχολούσαν. Με τους ψαλτάδες τα’ βρισκε, δε θυμάμαι καμιά φορά να κακοκαρδίστηκε κανένας, ο καθένας τη δουλειά του την έκαμνε καλά, με όλους τους μετέπειτα καντηλανάφτες το ίδιο, με το μακαρίτη γέρο Χαράλαμπο και τη Μαρία του από τη Μικρά Ασία, έμενε με την οικογένειά του στην αυλή της εκκλησιάς, πολλά σπιτάκια μικρά μικρά, και του παπά μας το μεγαλύτερο στην οδό αγίου Κασσιανού, κάποτε ρίχτηκαν όλα καταγής, ένας κόσμος σβήνεται κι από δικούς και ξένους, γιατί μέσα στα σπίτια ζουν κι αναπνέουν οι ψυχές των ανθρώπων, και τριγυρίζουν ακόμα εκεί και θα τριγυρίζουν όσο εγώ τουλάχιστον είμαι ζωντανός.

Μαζί στους γάμους, στο ευαγγέλιο, βρισκόμουν κοντά στο ποτήρι, γεμίσατε τας υδρίας ύδατος και εγέμισαν αυτάς έως άνω, έβαζα νερό στο ποτήρι κι ύστερα γίνεται το θάμα, γέρνω κρασί στο νερό, το ύδωρ οίνον γεγενημένον, όλα αυτά να παρουσιάζονται και το θάμα να ξαναγίνεται σε κάθε γάμο, τώρα χάθηκαν, λεπτομέρειες, ποιος τις παρατηρεί, κι όμως ο Παπάκωστας το’ θελε να ξαναγίνεται το θάμα, να το βλέπουν και να καταλαβαίνουν οι πιστοί, οι νεόνυμφοι και παράνυμφοι.  Κι ύστερα, τότε, στο Ησαϊα χόρευε, να πέφτει ξύλο στη ράχη του γαμβρού, να αποδείξει πως είναι άξιος για τα μελλούμενα βάρη, να πέφτουν τα ρύζια και τα λουλούδια βροχή, κι η νύμφη να προσπαθεί να πατήσει το πόδι του γαμπρού, η γυνή να φοβείται τον άνδρα.

Μαζί στις κηδείες, ο γέρο Νικόλας, κοντά στους Γιωργαλλίδηδες να ξεψυχά κι εγώ με το φανάρι, μέσα το κερί,  ο Παπάκωστας με τη θεία κοινωνία, ή μετά το δυστύχημα με τη μοτοσυκλέτα, κάπου εκεί στου Ζαρίφη, προς την τουρκογειτονιά, στο δρόμο για την αγια Σοφιά, στο σπίτι με τους πολλούς σιωπηλούς λυγμούς. Έβαλαν κάτω από το φέρετρο πιάτο να γεμίζει τα αίματα, λέγανε. Έτσι συνηθίζει κανείς τις κηδείες, τους γάμους, τις βαφτίσεις, όλα με την τάξη τους, με τη χαρά ή τη λύπη τους, η εκκλησία πρώτη και καλύτερη στην αρχή και στο τέλος της ζωής και πέρα απ’  αυτήν με τα μνημόσυνα και τα κόλλυβα, εκατοντάδες τα πιάτα στα κοντάκια, μεγάλη η γειτονιά μας, μελίσσι. Κέντρο του η εκκλησιά. Κι ο Παπάκωστας, καραβοκύρης άγρυπνος, χωρίς περιττές παρατηρήσεις, κι όμως τα πάντα πρόσεχε, πρόσεξε, μου λέει σε κάτι βαφτίσια, πώς στέκεται ο νονός στο’ να πόδι. Μια στάση κορμί καμπύλο σαν τόξο, ανάρμοστη στην εκκλησιά, ενώ αν στεκόταν και στα δυο ολόρθος, δε θα κουραζόταν τόσο, και θα’ δειχνε τον απαιτούμενο σεβασμό στην ιερότητα του χώρου. Έκτοτε, πάντα στα δυο, σχεδόν προσοχή, να τον θυμάμαι να παραγγέλλει χωρίς να θίγει, να συμβουλεύει χωρίς να μειώνει.

Άφησα τελευταία τη μεγάλη βδομάδα γιατί ύστερα από τις προηγιασμένες που πάντα δυσκολευόμουν να παρακολουθήσω γιατί έπρεπε να πάρω δυο τρία βιβλία και δεν καταλάβαινα τη σειρά, μέχρι που καταγράφτηκαν όλα σε ένα και τα βρίσκει πια κι ο αδαής, μετά λοιπόν τις προηγιασμένες που έκαμνε μαζί με το μακαρίτη θείο Κόκο, ερχόταν η μεγάλη βδομάδα με τον πολύ ιερατικό κάματο. Από την Κυριακή των Βαϊων, με την ελιά έτοιμη κοντά στο ευαγγέλιο, μόλις πει άλλοι έκοπτον κλάδους από των δένδρων, εμείς να βουτάμε το μεγάλο κλώνο και να κατακόβουμε την ελιά, να στρώνουμε στο δάπεδο, να περάσει ο Χριστός με το γαϊδουράκι του,  το βράδυ στο νυμφίο, με όλη τη θλίψη πια να κατέρχεται στην εκκλησιά σταλαγματιά σταλαγματιά, ο νυμφίος από το χέρι του Παρθένιου Κιρμίτση, χαρακτηριστικός για την πίκρα του, μ’ αυτόν συνηθίσαμε, έστω και μη βυζαντινός, όμως κι όταν μας έφεραν άλλο, οι ενορίτες ήθελαν τον παλιό τους, το συνηθισμένο, στην εκκλησιά δεν είναι εύκολο να εισάγεις καινοτομίες, ούτε μια αν είναι δυνατό, τίποτε να μην αλλάξει, κάποιος θα το προσέξει κι εσύ πρέπει να’ χεις απάντηση αποδεχτή. Τη μεγάλη Τρίτη ο Αλέξανδρος με μας να ψάλλει την εν πολλαίς αμαρτίαις περιπεσούσαν, την Τετάρτη άγιον ευχέλαιο, και να ρίχνουμε ό, τι ο καθένας προαιρείται στο δίσκο, ο παπάς μας αξίζει, έχει ανάγκες, μεγάλη οικογένεια, ποιος θα τον βοηθήσει; Την Πέμπτη το πρωί ν’ ανάβει μαγκάλι, να ετοιμαστεί ο δεύτερος αμνός, για όλο το χρόνο, για την περίσταση, τα μαύρα παντού, στο εικονοστάσι, στους πολυελαίους, στον άμβωνα, δώδεκα ευαγγέλια, αλλά ο παπάς μας πρέπει να δείξει πως έχει αντοχές, στο τελευταίο στην κατάληξη, οι δε πορευθέντες μια οχτάβα ψηλότερα κι ο ενθουσιασμός να καταλαμβάνει, σ’ όλων τα αφτιά έμεινε εκείνο το οι δε πορευθέντες κι άλλο δεν ανέχονται, έγινε το μέτρο, αθανατίστηκε στο χρόνο, η φωνή του, το ύφος, ό, τι το δακρυόεν γελάν, ό, τι η χαρμολύπη της ορθοδοξίας. Να’ ν καλά εκεί που βρίσκεται. Αθάνατος. Τη μεγάλη Παρασκευή με τις μυροφόρες, τον επιτάφιο, τα εγκώμια από γυναικωνίτη με το Θάσο, ύστερα οι ψαλτάδες το Άξιόν εστί, κι ύστερα η περιφορά του επιταφίου με τους ψάλτες της μιάς νυχτός, έκστιθι φρίττων ουρανέ, με τα εξαπτέρυγα να χτυπιούνται, οι άγγελοι τραβούν τα μαλλιά, ολοφύρονται, μαζί όλοι οι πιστοί στο ιερό, αρσενικοί βέβαια, να ψάλλουν και να περιφέρουν το ιερό σώμα, εν τάφω κατατίθεται, στην αγία Τράπεζα. Και την άλλη μέρα με τα λαμπρά του λευκά, το κάνιστρο με τα φύλλα της κιτρομηλιάς που’ φερνα από το περιβόλι της θεια Καλλιόπης, κοντά στους Μαρτάδες, ύστερα φυλάκιο το 63-64, να μοσχομυρίζουν, τα λουλούδια, πέταλα να τα σκορπίζει στους πιστούς με το ανάστα ο Θεός, και το σεισμό των σκάμνων, τα εξαπτέρυγα με την ελληνική σημαία να τρέχουν στο ναό, ο κόσμος να αγαλλιά με την ανάσταση και τα ίδια με το τέλος του ευαγγελίου, οι σκάμνοι επιτελούν έργο διττό, χτυπούν κι εγείρουν ενώ σ’ αυτούς ακουμπούν και κάθονται τις άλλες ώρες οι πιστοί. Σοφόν έργον η κατασκευή τους, τουλάχιστο στην εκκλησιά μας, και πιο σοφό στο άγιον όρος. Το βράδυ του Σαββάτου πάλι άγιο ευχέλαιο, να ετοιμαστούν όσοι θα μεταλάβουν την Κυριακή, στο δάπεδο μυρσίνια, ένας δίσκος στο προαύλιο της εκκλησιάς για τον καντηλανάφτη, ένα παιδί μπροστά, με τη μερρέχα, εγώ, Κυριακή του Πάσχα, κι ύστερα μαζί στον εσπερινό της αγάπης, λίγα πρόσωπα πια, αλλά οι λιτανείες καθημερινές γύρω στις έντεκα, ως την Κυριακή του Θωμά, κάπου εκεί χανόταν στη Φασούλα, το χωριό του, χρειαζόταν την ξεκούραση, τον αντικαθιστούσε ο Παπανέαρχος, ο αδελφός του, ιερέας στη Φανερωμένη.
*****

Για να μας γράψουν κάτι για τη ζωή του παρακάλεσα τις θυγατέρες του Νίκη και Λούλλα μαζί με τη μεγάλη Σοφία και το γιο Σαββάκη. Ο άντρας της Νίκης, Στασίνος Στυλιανού, γλωσσομαθέστατος και γνώστης του γράφειν ανέλαβε τη σύνταξη. Έτσι παραθέτω το κείμενό τους.

« Όνομα : Παπακωνσταντίνος Παπαβασιλείου, Ημέρα και τόπος γέννησης: 25/01/1903, Φασούλα Λεμεσού. Η Ζωή του: Ο Παπακωνσταντίνος Παπαβασιλείου καταγόταν από πλούσια και πολύτεκνη οικογένεια, το γένος Γιωρκαλλή Παπαβασιλείου. Τα πλείστα μέλη και συγγενείς του αιδ. ΠΚ.ΠΒ. ήταν ιερείς, όπως ο παππούς του από τον πατέρα του Παπαβασίλης, ο θείος του Παπαθεόδωρος, ο εξάδελφός του Παπαγιάννης, ο οποίος λειτουργούσε στην εκκλησία της Φασούλας, στην οποία ο αείμνηστος ΠΚ. διετέλεσε ψάλτης,  ομού μετά των δύο αδελφών του Βασιλείου και Νέαρχου.

Ο αείμνηστος ΠΚ ΠΒ ξεκίνησε τη ζωή του εργαζόμενος ως γεωργός και μετέπειτα ως επιστάτης των μηχανημάτων του Εναερίου Σιδηροδρόμου της Μεταλλευτικής Εταιρείας Αμιάντου.

Το έτος 1921 (6 Νοεμβρίου) ενυμφεύθη τη Ελένη Σάββα Παπακυριακού, το γένος Παπαρέ, από τη Φασούλα, γόνο επίσης πολύτεκνης και ευκατάστατης οικογένειας.

Κατά τη διάρκεια της παραμονής του στη Φασούλα Λεμεσού (1921-1938) απέκτησε τέσσερα τέκνα, το Γιώργο (1923) τη Σοφία (1926) τον Ανδρόνικο (1931) και το Σάββα (1936).

Αργότερα μετακόμισε στο χωριό Τόχνη, όπου στις 14/05/1939 χειροτονήθηκε διάκονος από τον Πανιερώτατο Μητροπολίτη Πάφου και τοποτηρητή του Αρχιεπισκοπικού θρόνου Λεόντιο Σάββα.
Ο αείμνηστος Παπακώστας ΠΒ λειτούργησε ως διάκονος για πρώτη φορά στην Τόχνη την 21/05/1939.

Αργότερα, την 6/08/1939 Κυριακή της Μεταμορφώσεως, χειροτονήθηκε ιερέας στην εκκλησία του Αγίου Θεοδώρου στο Κτήμα Πάφου, υπό του ιδίου επισκόπου, Πανιερωτάτου Μητροπολίτη Πάφου Λεοντίου.

Ως διάκονος και ιερέας άρχισε να λειτουργεί  επίσημα στο ναό των αγίων Κωνσταντίνου και Ελένης στην Τόχνη, 13/08/1939 με ετήσιο μισθό δώδεκα λίρες.

Κατά την παραμονή του στο χωρίο Τόχνη το 1941 απόκτησε τη θυγατέρα του Παρασκευή (Λούλλα). Στο χωριό ήταν πολύ αγαπητός στους κατοίκους οι οποίοι, αναγνωρίζοντας το θεάρεστο έργο του, του προσέφεραν οικία με μεγάλο περιβόλι, το οποίο καλλιεργούσε μετά της συζύγου του Ελένης.

Την τελευταία του λειτουργία στην Τόχνη ως ιερέας έκαμε την 21/05/1943. Το ίδιο έτος δημοσιεύτηκε στον εγχώριο τύπο αγγελία για πρόσληψη ιερέως στον ιερό ναό Αγίου Κασσιανού στη Λευκωσία. Κατόπιν ειδοποιήσεως από τον αδελφό του Νέαρχο, μετέπειτα ιερέα Φανερωμένης Λευκωσίας. Ήρθε στη Λευκωσία όπου δοκιμάστηκε και πέτυχε να διοριστεί επίσημα ως ιερέας του ιερού ναού αγίου Κασσιανού με μηνιαίο μισθό τέσσερις λίρες. Ένα έτος αργότερα απέκτησε και το τελευταίο του παιδί, τη Νίκη. Μέχρι εξεύρεσης καταλλήλου διαμονής πλησίον του ιερού ναού μετεκόμισε προσωρινά στον Τράχωνα απ’ όπου πηγαινοερχόταν πεζή για διάστημα ενός έτους.
‘Ενα μήνα αργότερα η εκκλησιαστική επιτροπή απαρτιζομένη από του Αχιλλέα Ασκώτη, Χαράλαμπο Μιχαηλίδη, Αθανάσιο Κοντούλια, Χαράλαμπο Παγκαρέ και Σάββα Σαββίδη, εκτιμώντας το έργο του, του προσέφεραν μία λίρα αύξηση μηνιαίως.

Την 15/09/1945 έγινε Πνευματικός στην ιερά εκκλησία του αγίου Ιωάννου Αρχιεπισκοπής, υπό του Σεβασμιωτάτου Μητροπολίτη Πάφου και τοποτηρητή του αρχιεπισκοπικού θρόνου.
Ως ιερέας και πνευματικός ο αείμνηστος Παπακωνσταντίνος Παπαβασιλείου υπήρξε πολύ αγαπητός, ευγενικός, φιλόξενος και προπαντός εξυπηρετικός προς όλους τους κατοίκους της ενορίας του, οι οποίοι τον υπεραγαπούσαν και εκτιμούσαν το έργο του το οποίο εκτελούσε με πολλήν αγάπη, ζήλο και αφοσίωση.

Την ιδίαν αγάπη και αφοσίωση επεδείκνυεν επίσης και προς την οικογένειάν του, τα αδέλφια του και λοιπούς συγγενείς του, οι οποίοι τον υπεραγαπούσαν και εθαύμαζαν.

Τελικά, όταν η εκκλησιαστική επιτροπή του αγίου Κασσιανού του παραχώρησε ένα μικρό σπίτι, όλη η οικογένειά του μετακόμισε σ’ αυτό , παρ’όλο που το σπίτι αυτό δεν διέθετε ούτε ηλεκτρισμό ούτε νερό. Τα πράγματα ήταν πολύ δύσκολα γι’ αυτόν και την οικογένειά του, καθ’ ότι επί σειράν ετών χρησιμοποιούσε τόσον αυτός όσο και η οικογένειά του λάμπες πετρελαίου για το νυχτερινό φωτισμό. Νερό ολόκληρη η οικογένεια προμηθευόταν από μια βρύση που υπήρχε στην αυλή της εκκλησίας και από την οποία προμηθεύονταν όλοι οι διαμένοντες σε σπίτια στον περίβολο  της εκκλησίας. Αργότερα ανέλαβε η Μαρία Παπαδοπούλου (Μαννουρού) να προμηθεύει το νερό. Μερικά χρόνια αργότερα ο αείμνηστος ΠΚ ΠΒ ανέλαβε ο ίδιος – με δικά του έξοδα- την εγκατάσταση ηλεκτρικού ρεύματος καθώς και πόσιμου νερού στην παραχωρηθείσα μικρά οικίαν του.

Με την πάροδο του χρόνου η κοινότητα του αγίου Κασσιανού αγάπησε ακόμη περισσότερο τον αείμνηστο ΠΚ τον οποίον αγκάλιασε πραγματικά σαν δικό της πατέρα. Σαν αποτέλεσμα της συμπεριφοράς του αυτής η εκκλησιαστική επιτροπή, εκτιμώντας περαιτέρω το έργο του, του προσέφεραν νέαν αύξηση μισθού, ανεβάζοντας τις ολικές αποδοχές του σε 13 Λ.Κ. (δεκατρείς λίρες Κύπρου) μηνιαίως για περίοδο τριών ετών.

Γενικά ο αείμνηστος ΠΚ ΠΒ ήταν άνθρωπος ευπροσήγορος  και δεκτικός προς όλους τους κατοίκους της κοινότητάς του , πράγμα το οποίο τον ανέβαζε πολύ στην υπόληψη και εκτίμησή τους. Ήταν άνθρωπος που είχε μπει για καλά στην ψυχολογία του ποιμνίου του, τηρώντας ευλαβικά τα ήθη και τα έθιμα της κοινότητάς του, ιδίως κατά τις ημέρες της Μεγάλης Εβδομάδος. Χαρακτηριστικό της όλης αυτής συμπεριφοράς του ήτο το γεγονός ότι η εκκλησία του αγίου Κασσιανού προσήλκυε χιλιάδες κόσμου για να εκκλησιαστεί και να συμμετάσχει στα Θεία Πάθη και να συνεορτάσει, με αποτέλεσμα ένα κλίμα συνάντησης και συμμετοχής των απανταχού ενοριτών του.

Γενικά, αισθήματα χαράς και συγκίνησης ήταν ζωγραφισμένα στα πρόσωπα όλων των παρευρισκομένων, πράγμα που καταμαρτυρεί την αγαστή συνεργασία, κατανόηση και αγάπη που έτρεφαν όλοι προς το πρόσωπο του ιερέα τους. Το γεγονός ότι ο αείμνηστος ΠΚ είχε πετύχει να μπει στον παλμό και στην νοοτροπία όλων των ενοριτών του κανένας δεν μπορεί να το διαψεύσει. Σ’ αυτό εξάλλου οφείλετο και η μεγάλη αγάπη και εκτίμηση που έτρεφαν σ’ αυτόν διαχρονικά.

Όσον αφορά την προσωπική του ζωή και συνήθειες,  αξίζει να αναφερθεί το γεγονός ότι καθημερινώς, μετά τον όρθρο, συνήθιζε να πηγαίνει στο παλιό παντοπωλείο Λευκωσίας για τα καθημερινά ψώνια της οικογένειας. Αργότερα και εντός της ίδιας ημέρας μετέβαινε στο καφενείο Τα Ελευθέρια, του Κάουρα, όπου μαζί με τους υπόλοιπους θαμώνες απολάμβανε το καφεδάκι του συνομιλώντας με αυτούς για  θέματα της καθημερινότητας, καθώς και άκουε και προσπαθούσε να συμβάλει στην επίλυση των προβλημάτων ενός εκάστου.

Στο μεταξύ, τα χρόνια περνούσαν και οι συνθήκες ζωής άλλαξαν. Εδώ αξίζει να σημειώσουμε τις καταστάσεις που επικρατούσαν ιδίως κατά την περίοδο του 1955-59, κατά τη διάρκεια του ένοπλου αγώνα της ΕΟΚΑ κατά της αγγλοκρατίας. Εδώ μπορούμε να αναφέρουμε αναρίθμητα περιστατικά και γεγονότα τα οποία βίωσε ο αείμνηστο ΣΚ. Θα περιοριστούμε όμως στα κυριότερα απαριθμώντας τα με τη σειρά τους.

Το 1952, τρία χρόνια πριν την έναρξη του αγώνα ο μεγάλος γιος του διέλυσε το γάμο του και μετανάστευσε στην Αγγλία με τους τότε Δημόσιους Υπαλλήλους που αναχώρησαν για το Λονδίνο για την τελετή της στέψης της Βασίλισσας Ελασάβετ. Το ίδιο έτος η δεύτερη, στη σειρά ηλικίας, θυγατέρα του, Σοφία, τέλεσε τους γάμους της με τον Μιχαλακη Φαρσίδη, υπάλληλο στην Ηλεκτρομηχανική Υπηρεσία της Κυβέρνησης. Προφανώς τώρα άρχισαν τα δύσκολα για τον αείμνηστο ΠΚ., καθότι τώρα τα παιδιά του είχαν ήδη μεγαλώσει αρκετά και ως εκ τούτου θα έπρεπε να αρχίσει η αποκατάστασή τους.

Έτσι, μετά  το Γιώργο και τη Σοφία σειρά είχε ο Ανδρόνικος, ο οποίος λόγω της κλίσης του στη Θεολογία ήθελε να σπουδάσει στη Θεολογική Σχολή Αθηνών, πράγμα που έγινε το 1958. Δύο αναχωρήσεις στο εξωτερικό και ένας γάμος συνεπάγονταν όπως ήταν φυσικό έξοδα – πολλά έξοδα. Επομένως η μόνή διέξοδος για τον αείμνηστο ήταν η πώληση της μικρής κτηματικής του περιουσίας που διέθετε στη Λεμεσό. Όμως αυτό δεν ήταν αρκετό, ενώ από την άλλη ο χρόνος ήταν πιεστικός. Δεν έχασε όμως ποτέ τις ελπίδες του, καθότι πίστευε ακράδαντα ότι ο Θεός θα τον βοηθούσε να υπερπηδήσει όλες τις οικονομικές δυσκολίες που του έφρασσαν συνεχώς το δρόμο. Εξάλλου υπήρχε και η λοιπή οικογένεια με τα μιρκότερα τρία παιδιά του, το Σάββα , την Παρασκευή και τη Νίκη που έπρεπε να συντηρήσει και να μορφώσει.

Εν τω μεταξύ το θεάρεστο έργο του στην εκκλησία αγίου Κασσιανού συνεχιζόταν αδιάλειπτα με περισσή αγάπη, ζήλο και αφοσίωση.

Ένα από τα πλέον θλιβερά γεγονότα που συνετάραξαν κυριολεκτικά της ζωή του αείμνηστου ΠΚ υπήρξε ο αδόκητος θάνατος του τρίτου παιδιού του, του θεολόγου Ανδρόνικου Παπακωνσταντίνου, ύστερα από οδικό δυστύχημα στη Λάρνακα το έτος 1967. Αυτό, και σε συνδυασμο αργότερα, με τη σύλληψη του τέταρτου στη σειρά υιού του Σάββα Παπακωνσταντίνου από τα βρεττανικά στρατεύματα λόγω της ενεργού δράσης του ως μέλους της ΕΟΚΑ.

Άλλες πληροφορίες

Μετά την εξέγερση των τουρκοκυπρίων (διακοινοτικές εχθροπραξίες) του 1963, ο αείμνηστος ΠΚ αναγκάστηκε να μετακομίσει προσωρινά στο σπίτι της μεγάλης του κόρης Σοφίας, στο ύψωμα Παλουριώτισσας, δίπλα από το εστιατόριο Εκάλη, με όλη την οικογένειά του. Εκεί φιλοξένησε επίσης την οικογένεια του αδελφού του Παπανέαρχου.

Ένα πρωινό, καθώς οι δύο αδελφοί ιερείς έκαμναν τον πρωινό τους περίπατο στο ύψωμα της Εκάλης, όπως συνήθιζαν, υπήρξαν στόχος των Τούρκων, οι οποίοι φαίνεται ότι τους παρακολουθούσαν από τους μιναρέδες της αγίας Σοφίας. Ευτυχώς οι σφαίρες πέρασαν ξυστά από τα κεφάλια των δύο και σφηνώθηκαν σε παρακείμενο τοίχο οικίας. Τύχη ή Θεία πρόνοια; Εν πάση περιπτώσει αυτός έμελλε να είναι και ο τελευταίος τους περίπατος, καθότι από εκείνη την ημέρα πήραν τα μέτρα τους.

Εν τω μεταξύ οι μέρες περνούσαν και η κατάσταση δε φαινόταν να αποκαθίσταται. Πλησίαζε Κυριακή και η σκέψη του αείμνηστου ΠΚ ήταν η εκκλησία του αγίου Κασσιανού. Δεν έπρεπε επ’ ουδενί λόγω να μείνει αλειτούργητη. Με το ιερό ευαγγέλιο υπό μάλης, κατηφόριζε κάθε Κυριακή για την αγαπημένη του εκκλησία αψηφώντας κάθε κίνδυνο για τη ζωή του. Αυτό συνεχίστηκε για αρκετό χρονικό διάστημα μέχρι που τα πράγματα ομαλοποιήθηκαν κάπως.

Ο αείμνηστος ΠΚ ήταν άνθρωπος με αρχές με τις οποίες και ανέθρεψε και διαπαιδαγώγησε τα παιδιά του. Μια καλή συνήθειά του ήταν να γευματίζει και να δειπνά με όλα του τα παιδιά παρόντα στο τραπέζι.

Ήταν εκ φύσεως άνθρωπος καλοκάγαθος αλλά συνάμα και γενναιόδωρος με τα παιδιά του και όλους τους συγγενείς του.

Κάθε καλοκαίρι συνήθιζε να ενοικιάζει μια μεγάλη οικία στον Πεδουλά στην οποία στέγαζε και 
συντηρούσε όλα του τα παιδιά καθώς και στους συχνούς φιλοξενούμενούς του . Του άρεσε επίσης να επισκέπτεται με τα παιδιά του διάφορα Μοναστήρια της Κύπρου. Είναι φανερό ότι ο αείμνηστο ΠΚ εκτός από την αγάπη και αφοσίωση προς την εκκλησία αγαπούσε επίσης και τη ζωή γενικότερα.

Μετά την αποκατάσταση των δυο τελευταίων του θυγατέρων, Παρασκευής και Νίκης, το 1961 και 64 αντίστοιχα, αποφάσισε κάποια στιγμή να επισκεφθεί το μεγαλύτερό του γιο Γιώργο στο Λονδίνο. Στο ταξίδι του αυτό τον συνόδευσε ο μικρότερος γιος του Σάββας. Το ταξίδι αυτό το είχε προγραμματίσει πολύ πιο πριν, αποτελούσε δε εκπλήρωση της μεγάλης του επιθυμίας να δει το μεγάλο του γιο, καθότι αυτός, αφότου είχε πάει στο Λονδίνο δεν είχε ποτέ επιστρέψει στην Κύπρο ξανά.

Μετά από το σημαντικό αυτό ταξίδι, ακολούθησαν κι άλλα ταξίδια στην Ελλάδα, Αγίους Τόπους και  Βηρυτό. Στο ταξίδι στους αγίους Τόπους τον είχε συνοδεύσει και η σύζυγός του Ελένη, η μακαριστή Μαρία Παπαδοπούλου και διάφορα άλλα συγγενικά του πρόσωπα.

Ένα άλλο σημαντικό γεγονός στη ζωή του υπήρξε μια επιστολή που παρέλαβε από τον αείμνηστο αρχιεπίσκοπο Μακάριο Γ΄ με την οποία ο Μακαριότατος του κοινοποιούσε τη μετάθεσή του από την εκκλησία του αγίου Κασσιανού στον ιερό ναό του αγίου Αντωνίου Λευκωσίας. Η αντίδραση του ποιμνίου του υπήρξε άμεση. Κανένας ενοριάτης δεν ήθελε να στερηθεί τις υπηρεσίες του λαοφιλούς του ιερέα, Μάλιστα, αντιπροσωπεία του ιερού ναού του αγίου Κασσιανού κλείδωσε την εκκλησία και επισκέφτηκε τον αρχιεπισκοπή, επιμένοντας να παραδώσει το κλειδί του ναού. Η αναστάτωση που προκλήθηκε ήταν μεγάλη. Κατόπιν τούτου ο αείμνηστος  ΠΚ έκαμε δεύτερη σκέψη και αποφάσισε να παραμείνει στην εκκλησία του, κοντά στο ποίμνιό του.

Όλα κινούσαν πλέον κανονικά, μέχρι που φθάσαμε αισίως στον έτος 1974. Τρεις μήνες περίπου πριν την τουρκική εισβολή,  ο αείμνηστος ΠΚ αρρώστησε βαριά. Ήταν Μεγάλη Πέμπτη, νύχτα των δώδεκα ευαγγελίων, τελούσε την καθιερωμένη τελετή των Παθών, και μετά το τελευταίο ευαγγέλιο…οι δε πορευθέντες ...σφραγίσαντες τον λίθον μετά της κουστωδίας, το οποίο συνήθιζε να ερμηνεύει υψώνοντας τη φωνή του και συγκινώντας  την κατάμεστη εκκλησία που τον άκουε ευλαβικά και  με μεγάλη κατάνυξη, κι ενώ ήταν πλέον πολύ άρρωστος, επέμενε να τελέσει και τη λειτουργία της Μεγάλης Παρασκευής, το πρωί της επομένης.

Το πρωί της μεγάλης Παρασκευής όμως η κατάσταση της υγείας του επιδεινώθηκε περαιτέρω, όμως επέμεινα να συνεχίσει, λέγοντας στα παιδιά του πως του ήταν αδιανόητο να αφήσει τον Χριστό σταυρωμένο. Μετά την αποκαθήλωση μεταφέρθηκε εσπευσμένα στη κλινική του δρ Δάφνιου στη Λευκωσία σε πολύ κρίσιμη κατάσταση.

Στην κλινική παρέμεινα συνολικά μια εβδομάδα με αιμορραγία στο πάγκρεας. Στο άκουσμα της θλιβερής είδησης το ποίμνιο του αναστατώθηκε, μη μπορώντας να πιστέψει τι είχε ακριβώς συμβεί.
Κατόπιν σχετικών διαβουλεύσεων, αποφασίστηκε να κληθεί ο αδελφός του μακαριστός  Παπανέαρχος, να αναλάβει να τον αντικαταστήσει προσωρινά μέχρι εξακρίβωσης της σοβαρότητας της ασθενείας του.

Παρ΄όλες τις προσπάθειες τους ιατρού όμως η κατάσταση έφθασε στο απροχώρητο και τελικά στις 19/04/1974  απεδήμησεν εις Κύριον, ακριβώς την ίδια μέρα που είχε αποβιώσει και ο δεύτερος υιός του Ανδρόνικος, καθηγητής - θεολόγος.

Αξίζει να σημειωθεί ότι κατά τη διάρκεια της παραμονής του στην κλινική είχε δίπλα του όλα τα αγαπημένα του πρόσωπα, τη σύζυγο, τα παιδιά του, τον αδελφό του, τα εγγόνια και ανίψια του, καθώς επίσης πλήθος ενοριτών που αγωνιούσαν πραγματικά για την υγεία του. Τελικά όμως επήλθε το μοιραίο.

Την τελευταία νύκτα πριν το θάνατό του, άρχισε να ψάλλει. Αυτή ήταν και η τελευταία του στιγμή.
Τώρα ήταν πλέον φανερό ότι το μεγάλο κεφάλαιο της ζωής του τελείωνε. Ο χαμός του βύθισε σε βαρύ πένθος όχι μόνο την οικογένειά του αλλά επίσης όλο το χριστεπώνυμο ποίμνιό του, το οποίο δεν ήθελε να πιστέψει ότι είχε χάσει μέσα από τα χέρια του το λαοφιλή του ιερέα.

Στην κηδεία του η οποία ακολούθησε, το Σάββατο μετά το Πάσχα, η εκκλησία του αγίου Κασσιανού αποδείχθηκε πολύ μικρή να χωρέσει το πλήθος του κόσμου που προσέτρεξε για να του απευθύνει το ύστατο χαίρε.

Εδώ συμπληρώθηκε οριστικά ο κύκλος της ζωής του,  μετά από τριάντα ένα χρόνια στη εκκλησία του αγίου Κασσιανού.

Η μνήμη του όμως θα μείνει για πάντα στην καρδιά της οικογένειάς του, καθώς και του πολυαγαπημένου του ποιμνίου, το οποίο και σήμερα ακόμα τον θυμάται και τον μνημονεύει με ιερή συγκίνηση.»

Η γραφή του Στασίνου Στυλιανού, κατά προφορική παράδοση της Νίκης, της θυγατρός του Παπακωνσταντίνου, εδώ τελειώνει. Ήταν για μένα ένα ταξίδι στα παλιά, με τη γειτονιά μας να σφίζει, με κέντρο της ζωής μας την εκκλησία μας του αγίου Κασσιανού και με αλησμόνητο ιερέα μας τον Παπακωνσταντίνο Παπαβασιλείου, του οποίου η μνήμη ευχόμαστε να είναι αιωνία.