Τρίτη, 28 Φεβρουαρίου 2012

ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ


ΦΙΛΟΣΟΦΙΑ ΚΑΙ ΠΟΛΙΤΙΚΗ
Του Στέλιου Παπαντωνίου

Το θέμα της συνύπαρξης φιλοσοφίας και  πολιτικής  ετέθη από αρχαιοτάτων χρόνων, όταν ο Πλάτων έγραψε στην «Πολιτεία» του πως θα βρουν τέλος τα κακά στις πολιτείες όταν ή οι φιλόσοφοι βασιλεύσουν ή οι βασιλείς φιλοσοφήσουν, όταν δηλαδή αναληφθεί η διακυβέρνηση της χώρας από φιλοσοφημένους ανθρώπους, που θα έχουν θέσει υπεράνω όλων το συμφέρον όχι των λίγων ή των πολλών αλλά του συνόλου των πολιτών και όχι βέβαια το προσωπικό όφελος του κυβερνώντος.

Στον «Πολιτικό», ο Πλάτων θεωρεί καλό πολιτικό αυτόν ο οποίος θα κατορθώσει να συνδυάσει, να συνυφάνει σαν καλός υφαντής μέσα στην πολιτεία και τον ανδρείο αλλά και το σώφρονα πολίτη, θα συνδυάσει με άλλα λόγια το θεωρητικό με τον πρακτικό άνθρωπο σαν καλός τεχνίτης.

Όπως γράφει στην Πολιτεία
«Αν δεν βασιλεύσουν στις πόλεις οι φιλόσοφοι, ή δεν φιλοσοφήσουν γνησίως και ικανώς αυτοί που σήμερα λέγονται βασιλείς και δυνάστες [οι έχοντες εξουσία], και δεν συγκεντρωθούν στο ίδιο πρόσωπο η πολιτική δύναμη και η φιλοσοφία και δεν αναγκασθούν να αποκλειστούν όσοι σήμερα ακολουθούν χωριστά τον έναν και τον άλλο δρόμο, δεν θα παύσουν, ω φίλε Γλαύκων, τα κακά των πόλεων και νομίζω και όλου του ανθρώπινου γένους, ούτε θα πραγματοποιηθεί ποτέ το πολίτευμα, που τώρα συζητήσαμε, ούτε θα δει το φως του ήλιου». Το οποίον σημαίνει ότι  οι μεν φιλόσοφοι είναι γνήσιοι και φιλοσοφούν ικανώς, εις βάθος και πλάτος, ενώ οι κυβερνώντες πρέπει να εμβαθύνουν και δεν πρέπει να μένουν στην επιφάνεια, για να μπορούν να συνδυάσουν φιλοσοφία και διακυβέρνηση. Από την άλλη πρέπει να αποκλείονται όσοι διαχωρίζουν τη φιλοσοφία από την πολιτική πράξη.

Στο παρόν θα δοκιμάσω το σχήμα «συνέχεια- χωρισμός -υπέρβαση»,  δηλαδή θα υποστηρίξω πως  στην αρχή οι φιλοσοφούντες ήταν και πολιτικοί ηγέτες και αναφέρομαι  στους γνωστούς σοφούς της αρχαίας Ελλάδας, ύστερα όμως διασπάστηκε η φιλοσοφία από την πολιτική, απόδειξη ο Πλάτων και ο Αριστοτέλης και ο Ζήνων ο Κιτιεύς, άνθρωποι που έγραψαν μεν Πολιτείες,  δεν μετείχαν όμως ενεργά στην πολιτική ζωή του τόπου τους. Στα μετά Χριστόν και νεότερα ακόμα χρόνια  συνέβη το ίδιο με τον ιερό Αυγουστίνο, τον Σπινόζα και τόσους άλλους που ασχολήθηκαν με την πολιτική φιλοσοφία, την διαχώρησαν όμως από την πρακτική πολιτική.  Αν μάλιστα έρθουμε στους σύγχρονους πανεπιστημιακούς δασκάλους της φιλοσοφίας,  αυτοί επιδίδονται περισσότερο στη θεωρία  παρά αναμιγνύονται στην πολιτική. Ίσως να αποτελεί εξαίρεση το παράδειγμα του Σαρτρ και άλλων νεοτέρων που μετείχαν ή μετέχουν ενεργά στην κοινωνικοπολιτική ζωή, δεν ήταν όμως, ούτε είναι  πολιτικοί  με τη συνήθη σημασία του όρου, να εμπλέκονται δηλαδή στη διαμόρφωση της κρατικής ή αντιπολιτευτικής πολιτικής των σύγχρονων κρατών. Ίσως κάποτε οι πανεπιστημιακοί να μετέχουν της πολιτικής με ανακοινώσεις ή δοκίμιά τους ή και άρθρα στον τύπο ή να αναλαμβάνουν αξιώματα υπουργών, δεν μπορούν όμως να είναι ταυτόχρονα αρχηγοί κομμάτων ή να χαράσσουν πολιτική,  γιατί η επιστήμη της φιλοσοφίας, την οποία υπηρετούν,  απαιτεί το χρόνο και τη σκέψη τους, οπότε και πάλι είναι γεγονός η διάκριση φιλοσόφου και πολιτικού άρχοντα. 

Αν ισχύει λοιπόν το σχήμα «συνέχεια- χωρισμός- υπέρβαση»,  τότε η ενότητα του ανθρώπου, πολιτικού και σοφού,  ήταν μια πραγματικότητα πριν τη διάσπαση του ανθρώπου και την ειδίκευσή του, ύστερα ήρθε η ειδίκευση και ο χωρισμός πολιτικής από φιλοσοφία, οπότε ο αφορισμός του Πλάτωνα να φιλοσοφήσουν οι άρχοντες ή να κυβερνήσουν οι φιλόσοφοι  ως τρίτο στάδιο, της υπέρβασης,  σημαίνει μιαν ευχή και ένα ιδεατό τέρμα  για ξεπέρασμα  του χωρισμού, όπως ευχή μας είναι η ενότητα της  σωματοψυχικής οντότητας άνθρωπος και όχι η διάσπασή της, η ενιαία πολιτικοκοινωνικοπνευματική οντότητα και όχι ο διασπασμένος άνθρωπος.

Συνέχεια     Η ιστορία  στέκεται αρωγός μας στο πρώτο σκέλος, δηλαδή στην ενότητα φιλοσοφίας και πολιτικής, αφού οι γνωστοί σοφοί της αρχαίας Ελλάδας ήταν και πολιτικοί ή νομοθέτες. Ανάμεσα σ’ αυτούς περιλαμβάνεται και ο Θαλής ο Μιλήσιος που ανήκει  στους πρώτους φιλοσόφους. Ο Σόλων ο Αθηναίος και ποιητής και νομοθέτης και πολιτικός καθοδηγητής και επαναστάτης, αφενός μεν ένωσε στον εαυτό του τον θεωρητικό, ποιητικό και πρακτικό άνθρωπο, αφετέρου, όταν νομοθέτησε, εγκατάλειψε την Αθήνα, για να μην αναμιχθεί στην πολιτική πράξη και στην εφαρμογή των νόμων του, για να μη συγκεντρώνει ταυτόχρονα στο πρόσωπό του και τη νομοθετική και την εκτελεστική εξουσία.   

Ιδιαίτερης τιμής και εκτίμησης έχαιρε ο Χίλων ο Λακεδαιμόνιος. Οι συμπατριώτες του τον εξέλεξαν Έφορο.  Η θητεία του ήταν επιτυχημένη και με μεγάλη σημασία στην ιστορική εξέλιξη του πολιτεύματος της πόλης του. 

Η διδασκαλία των (επτά) σοφών, γενικότερα, όπως είναι γνωστό, εκφράζεται με αποφθέγματα ή «εις βραχέα ρήματα». Ο συγκεκριμένος τρόπος φιλοσοφίας χαρακτηρίσθηκε από τον Πλάτωνα ως «βραχυλογία (τις) Λακωνική» και σε αυτόν διακρίθηκε ο  Χίλων, ένας  σοβαρός, βραχύλογος, ενάρετος και ηθικός άνθρωπος με  βαθιά φιλοσοφική σκέψη. Σε αυτόν αποδίδεται από ορισμένους και το σχετικό ρητό «το λακωνίζειν εστί φιλοσοφείν».

Το παράλληλο της ενότητας του ανθρώπου, λογικού και πρακτικού, μπορούμε να το ανιχνεύσουμε στον Όμηρο, που προβάλλει  ως αρετή των ηρώων του το να είναι κανείς «λόγων ρητήρ και έργων πρηκτήρ» να συνδυάζει λόγο και έργο, θεωρία και πράξη.

Μια δεύτερη όμως σκέψη υπεισέρχεται, μήπως η ενότητα ήταν συνύπαρξη  δύο αντιθέτων, του λόγου και της πράξης όπως παραδίδεται και στο μύθο των τέκνων της Αντιόπης, Αμφίωνα και Ζήθου, στον οποίο συμβολίζουν ο Ζήθος τον πρακτικό άνθρωπο και ο Αμφίων τον θεωρητικό. Ο πρακτικός Ζήθος προτρέπει τον Αμφίονα να εγκαταλείψει τη λύρα και να αναλάβει πρακτικό έργο στη διακυβέρνηση της πόλης, ενώ ο Αμφίων τον καλεί να ρίψει τα όπλα της πολιτικής και να μεταχειριστεί τη λύρα, το λόγο και τη σκέψη.  Ρίψον την λύραν και κέχρησο όπλοις , επί την πόλιν δεύτο και δίκαζε.

Χωρισμός  Από την ενότητα όμως προχωρούμε στο χωρισμό με αναφορά στον πλατωνικό Γοργία,  όπου παρατηρούμε την αντίθεση ανάμεσα στο  φιλόσοφο Σωκράτη και στον πολιτικό Καλλικλή. Ο Σωκράτης είναι ο άνθρωπος που προτιμά  να αδικηθεί παρά να αδικήσει, ενώ ο Καλλικλής ως πολιτικός μπορεί να χρησιμοποιήσει κάθε μέσο,  για να επιτύχει το σκοπό του, αγνοώντας πλήρως τον ηθικό νόμο. Σε γενικές γραμμές ο Καλλικλής υποστηρίζει ότι ο δυνατός μπορεί να καταπατήσει τους νόμους, για να επιβληθεί στους αδύνατους , ενώ ο Σωκράτης υποστηρίζει ότι: α. είναι προτιμότερο να αδικούμαστε παρά να αδικούμε β. αυτός που έχει διαπράξει κάποια αδικία πρέπει να τιμωρείται κατ' αναλογία με την πράξη του και όχι να μένει ατιμώρητος, γ. πρέπει να είμαστε δίκαιοι κατ' ουσίαν και όχι μόνο σε ό,τι αφορά το επίπεδο των εντυπώσεων. (Πρβλ Γοργίας, εισαγωγή και  Ηλία Βαβούρα, στο Περιοδικό Φιλοσοφεν,   Ο φιλόσοφος απέναντι στους πολλούς  «Ενότητα εναντίον πολλαπλότητας»)

Υπέρβαση  Ο ίδιος ο Πλάτων  όμως, παρά τον πόθο του για πολιτική ζωή, λόγω και οικογενειακής παράδοσης, ζει τη διάσπαση φιλοσοφίας και πολιτικής  και επιθυμεί την συνένωση. Ας δούμε όμως τι ακριβώς συμβαίνει από όσα γράφει στην Έβδομη επιστολή. Ποιες είναι οι αιτίες   να μην εφαρμόσει ο Πλάτων το πολιτικό ιδεώδες του παρά την επιθυμία του, γιατί δηλαδή ένας φιλόσοφος να μην πετύχει  ως άνθρωπος της πράξης, ποια τα εξωτερικά αίτια;
Όπως γράφει στην 7 η επιστολή, στα νιάτα του, αποφάσισε, αµέσως µόλις γίνει αυτεξούσιος, ν’ ακολουθήσει το πολιτικό στάδιο. «Τότε µου παρουσιάστηκαν τα εξής περίπου πολιτικά γεγονότα: Έπειτα από την κατακραυγή πολλών εναντίον του πολιτεύµατος που είχαµε τότε, γίνεται µεταπολίτευση και τη µεταπολίτευση αυτή διηύθυναν πενήντα ένας αρχηγοί, ένδεκα στην πόλη, δέκα στον Πειραιά . Η καθεµιά απ’ αυτές τις δυο συναρχίες για την αγορά και για τις διοικητικές ανάγκες των πόλεων  και τριάντα έγιναν ανώτατοι άρχοντες µε απόλυτη εξουσία.  Μερικοί λοιπόν απ’  αυτούς έτυχε να είναι συγγενείς και γνωστοί µου και µάλιστα αµέσως και επανειληµµένως µε κάλεσαν να λάβω µέρος σαν σε κάτι που δικαιωµατικά µπορούσα να συµµερισθώ. Τότε εγώ έπαθα κάτι που δεν ήταν καθόλου παράξενο για τα νειάτα µου· πίστεψα, δηλαδή, πως θα οδηγήσουν την πόλη από µια ζωή άδικη σ’  ένα δίκαιο τρόπο ζωής κι  έτσι θα την κυβερνήσουν. Τους παρακολουθούσα λοιπόν µε µεγάλη προσοχή, να ιδώ, τι θα κάνουν. Και καθώς έβλεπα ότι οι άνθρωποι εκείνοι µέσα σε λίγον καιρό έκαναν να φανεί χρυσάφι το προηγούµενο πολίτευµα,  εκτός  απ’ τα άλλα, έστειλαν το φίλο µου, τον αρκετά ηλικιωµένο Σωκράτη, που γι’  αυτόν εγώ δε θα δίσταζα να πω ότι ήταν ο δικαιότερος άνθρωπος της εποχής του, τον έστειλαν µαζί µε άλλους σε κάποιον πολίτη για να τον συλλάβει και να τον οδηγήσει δια της βίας στο θάνατο· κι  αυτό βέβαια για να έχει λάβει µέρος στις ενέργειες τους, είτε ήθελε, είτε όχι. Εκείνος όµως δεν εννοούσε να πεισθεί και προτίµησε να κινδυνεύσει να πάθει οτιδήποτε, παρά να γίνει συνεργός τους σε ανόσιες πράξεις. Καθώς λοιπόν τα έβλεπα όλ’  αυτά και µερικά άλλα παρόµοια, όχι ασήµαντα, αγανάκτησα κι αποτραβήχτηκα από εκείνα τα κακά.»

Τι παρατηρούμε λοιπόν; Να αναμειχθεί  ο φιλόσοφος στην πολιτική αλλά να είναι και οι συνεργάτες του αντάξιοι των προσδοκιών του. Η πολιτική δεν εξαρτάται στην εφαρμογή της από ένα μόνο άνθρωπο με όλη την καλή θέλησή του. Η εκλογή των συνεργατών έχει μέγιστη σημασία, όπως και στον «Πολιτικό» αναφέρεται, χρειάζεται ο στρατηγός, ο παραγωγός, ο εκπαιδευτικός.  Κι ύστερα, πριν αναμειχθεί στην πολιτική,  λέει ο Πλάτων,  παρακολουθούσε πώς συμπεριφέρονται, για να είναι γνώστης των μεθόδων και των ανθρώπων με τους οποίους θα συνεργαζόταν. Και τον διέψευσαν, ιδίως με τη στάση τους απέναντι στο δάσκαλό του.

Και συνεχίζει στην έβδομη επιστολή « Όχι πολύ αργότερα όµως άλλαξε η κυβέρνηση των Τριάκοντα και γενικά το πολίτευµα εκείνο· και πάλι µε τραβούσε, αν και χαλαρώτερα, πάντως όµως µε τραβούσε ο πόθος ν’  ασχοληθώ µε τα κοινά και να πολιτευθώ. Και τότε λοιπόν, καθώς ήταν ταραγµένα τα πράγµατα, γίνονταν πολλά που θα µπορούσαν να σε κάνουν ν’ αγανακτήσεις, και δεν είναι καθόλου παράξενο, σε πολιτικές µεταβολές, οι εκδικήσεις κάποιων εναντίον µερικών εχθρών τους να ξεπερνούν τα όρια· αλλά γενικώς, οι πολιτικοί εξόριστοι που γύρισαν τότε έδειξαν µεγάλη µετριοπάθεια. Δεν ξέρω όµως πάλι πώς έτυχε, και κάποια πρόσωπα µε πολιτική επιρροή καταγγέλλουν το φίλο µας, το Σωκράτη, κατηγορώντας τον για το πιο ανόσιο και το πιο αταίριαστο σ’  αυτόν  πράγµα·  ως ασεβή δηλαδή εκείνοι τον κατήγγειλαν και αυτοί τον καταδίκασαν και τον θανάτωσαν, εκείνον, που αρνήθηκε τότε να λάβει µέρος στην ανόσια σύλληψη ενός από τους φίλους τους που καταδιωκόταν  τότε, όταν οι ίδιοι δυστυχούσαν στην εξορία. Καθώς λοιπόν έβλεπα αυτά και τους ανθρώπους που ασχολούνταν µε την πολιτική και τους νόµους και τον τρόπο της ζωής, όσο περισσότερο τα συλλογιζόµουν κι  όσο προχωρούσα στην ηλικία, τόσο δυσκολότερο µου φαινόταν, να διαχειρίζεται κανείς σωστά την πολιτική εξουσία. Γιατί ούτε χωρίς προσωπικούς και πολιτικούς φίλους πιστούς είναι δυνατόν να ενεργήσεις , κι  αυτούς, ούτε αν υποθέσοµε πώς υπήρχαν,  ήταν εύκολο να τους βρεις,

Οι αναγκαίοι συνεργάτες για τους οποίους μιλήσαμε, οι αναγκαίοι πολιτικοί φίλοι, για να επιτύχει το πρόγραμμα πρέπει πάντα να λαμβάνονται υπόψη.
« γιατί ή χώρα µας δε ζούσε πια µε τα ήθη και τις ασχολίες των πατέρων µας, ούτε άλλους καινούργιους ήταν δυνατόν µε κάποια ευκολία να κάνεις, κι απ’ το άλλο µέρος οι διατάξεις των νόµων και τα ήθη διαφθείρονταν και η διαφθορά αυτή προχωρούσε καταπληκτικά».

Σημαντική είναι και η διαφθορά των ανθρώπων και η αλλαγή των ηθών, μολονότι πάντα τίθεται θέμα αν πράγματι πρόκειται για διαφθορά ή για την εντύπωση που έχουμε πως τα προηγούμενα ήταν καλύτερα και τα επόμενα πάντα χειρότερα, θα πρέπει όμως να λαμβάνεται υπόψη ο χρόνος και οι περιστάσεις απαραίτητα.  

« Έτσι, ενώ στην αρχή ήµουν γεµάτος ορµή για πολιτική δράση, καθώς κοίταζα όλα αυτά και τα έβλεπα να γίνονται άνω κάτω, στο τέλος µ΄έπιασε ίλιγγος. Και να ερευνώ βέβαια δεν έπαψα, µε ποιον άραγε τρόπο θα ήταν δυνατόν να διορθωθούν και όλ΄ αυτά που ανέφερα και  προπάντων η  πολιτεία γενικά· για τη δράση όµως περίµενα πάντοτε την κατάλληλη ώρα»
Εδώ θα πρέπει να σημειώσουμε και να προσέξουμε πως ό, τι ονομάζουμε φιλοσοφία, στην αρχαιότητα ήταν άρρηκτα συνδεδεμένη με την πραγματική ζωή, πήγαζε από τα σύγχρονα προβλήματα και γινόταν προσπάθεια να είναι αρωγός στη ζωή και στη λύση των προβλημάτων της. Ίσως όμως σήμερα να κατάληξε μια γλώσσα του κάθε φιλοσόφου που λέει τα ίδια πράγματα με άλλα λόγια, άρα φιλοσοφία κατάντησε γνώση ξένων γλωσσών. (παρενθετικώς ομιλούντες, αν και άλλοι υποστηρίζουν πως αυτή είναι η δουλειά του φιλοσόφου, να δημιουργεί και να αναλύει νέες έννοιες σε μια νέα θεώρηση του κόσμου.)  Απ’ ό, τι όμως είδαμε, μεγάλη σημασία έχει και η κατάλληλη στιγμή, κατά την οποία θα εμπλακεί ο φιλόσοφος στην πολιτική.
«και στο τέλος,  λέει,   κατάλαβα, ότι κανένα απολύτως από τα σύγχρονα µας κράτη δεν κυβερνάται σωστά,  αφού ή νοµοθεσία τους βρίσκεται, µπορεί κανείς να πει, σε µια κατάσταση, που δεν επιδέχεται καν θεραπεία χωρίς σοβαρή προετοιµασία µαζί µε τη βοήθεια κάποιας καταπληκτικής τύχης»
αναγκαία λοιπόν η  κατάλληλη νομοθεσία, η κατάλληλη προετοιμασία και προπάντων χρειάζεται κι η τύχη, η κατάλληλη στιγμή, η εκμετάλλευση χρόνου και περιστάσεων

« κι  έτσι αναγκάσθηκα να κάνω το εγκώµιο της αληθινής φιλοσοφίας και να λέω ότι µεσ’ απ’ αυτήν είναι δυνατόν να δει κανείς το δίκαιο παντού, και στης πολιτείας και στων ατόµων τη ζωή, και ότι εποµένως οι γενεές των ανθρώπων δε θα πάψουν να υποφέρουν, παρά όταν, ή εκείνοι που σωστά και γνήσια φιλοσοφούν, πάρουν στα χέρια τους την πολιτική εξουσία, ή οι πολιτικοί ηγέτες από µια θεία βουλή φιλοσοφήσουν αληθινά»           Και ο θεός ακόμα βοηθός, αν θα βρεθούν οι κατάλληλοι.

«Μ’ αυτές λοιπόν τις ιδέες ήρθα στην Ιταλία και τη Σικελία, όταν έφθασα για πρώτη φορά. Όταν όµως ήρθα, η µακάρια, καθώς την έλεγαν, ζωή της χώρας αυτής, γεµάτη από Ιταλιώτικα και Συρακόσια τραπέζια, καθόλου δε µου άρεσε: να ζης, γεµίζοντας το στοµάχι σου δυο φορές την ημέρα και ποτέ να µην κοιµάσαι τη νύχτα µόνος σου και όλες εκείνες οι ασχολίες που συνοδεύουν µια τέτοια ζωή. Γιατί µέσ’ απ’ αυτές τις συνθήκες ούτε στην αληθινή γνώση θα µπορούσε να φθάσει ποτέ κανείς απ’ όσους ζουν κάτω απ’  αυτόν τον ουρανό, όταν από νέος κάνει αυτή τη ζωή,  δε θα είναι βέβαια προικισµένος µε µια τόσο καταπληκτική φύση, όσο για τη σωφροσύνη, αυτήν ούτε θα ενδιαφερθεί ποτέ να την αποκτήσει· το ίδιο θα µπορούσε κανείς να πει και για τις άλλες αρετές. Ούτε όµως καµιά χώρα είναι δυνατόν να ησυχάσει, οποιουσδήποτε νόµους κι αν έχει, όταν οι πολίτες νοµίζουν πως πρέπει όλα να τα ξοδεύουν σε καταχρήσεις και απ’ την άλλη µεριά θεωρούν  ότι πρέπει σ΄ όλα να είναι αργοί, εκτός από  τα γλέντια, τα συµπόσια και το κυνήγι των ερωτικών απολαύσεων, που γι’  αυτό µεγάλους κόπους καταβάλλουν» .

Σημαντικό λοιπόν  για το φιλόσοφο είναι  να ζει και τη φιλοσοφική του ζωή, μακριά από τον ταραχώδη βίο των διασκεδάσεων και των καταχρήσεων. Με τέτοια ζωή δεν φιλοσοφεί κανείς ούτε βρίσκει  την αρετή ή την πολιτική αρετή.

Απ’ ό, τι ως τώρα φάνηκε από την έβδομη επιστολή, οι κατάλληλες συνθήκες και οι κατάλληλοι άνθρωποι και ο κατάλληλος τρόπος ζωής είναι απαραίτητα για να μετάσχει ο φιλόσοφος στην πολιτική ζωή. Κι έτσι μη βρίσκοντας αυτά ο Πλάτων δεν αναμείχθηκε παρ’ όλο τον πόθο του. 

Αναφερθήκαμε σε αρκετές εξωτερικές συνθήκες απαραίτητες για τη συμμετοχή των φιλοσόφων στην πολιτική ζωή. Συμπληρωματικά, ο Πλάτων αναφέρει πως αν πρόκειται να δίνει συμβουλές ένας φιλόσοφος για την πολιτεία πρέπει να τις δίνει για το καλό της και όχι να υπακούει στους κυβερνώντες και να τους λέει όσα αυτοί θέλουν να ακούν. Σ’ αυτήν την περίπτωση πρέπει να παραιτηθεί ο φιλόσοφος από του να συμβουλεύει αφού του στερείται η ελευθερία.

Στη συνέχεια, στην έβδομη επιστολή περιγράφεται και ο τύπος του άρχοντος, ο οποίος, νομίζοντας πως φιλοσοφία είναι η αποστήθιση χωρίων των φιλοσόφων, προβαίνει σε επίδειξη γνώσεων ή ακόμα και γράφει βιβλία φιλοσοφίας, όμως δεν είναι γνήσιος φιλόσοφος αλλά ψευδοφιλόσοφος, γιατί η φιλοσοφία απαιτεί αρκετή ενασχόληση με το πράγμα αυτό, ώσπου να φωτιστεί ο φιλοσοφών και να συλλάβει εξαίφνης την αλήθεια.

Ως τώρα παραθέσαμε τους  λόγους για τους οποίους δεν εφάρμοσε ο Πλάτων την Πολιτεία του ή γιατί ένας φιλόσοφος δεν επιτυγχάνει στο να  εφαρμόσει τις θεωρίες του. Εκτός όμως από τους εξωτερικούς λόγους και τις διαφορές φιλοσόφου και άρχοντα, όπως περιγράφονται στην έβδομη επιστολή, ανακύπτουν και άλλα ερωτήματα, για παράδειγμα   μήπως η ίδια η πλατωνική Πολιτεία έχει ιδιότητες που να εμποδίζουν την εφαρμογή της, είναι δηλαδή ένα ιδεατό τέρμα στο οποίο μπορεί να τείνει κανείς, δεν το πλησιάζει όμως ποτέ;  Ας μην ξεχνούμε επίσης πως η «Πολιτεία» θεωρήθηκε από μερικούς ότι ήταν αριστοκρατική , ταξική, με δικτατορικά στοιχεία, στοιχεία παρακολούθησης των πολιτών  και γι’ αυτό δεν εφαρμόστηκε.

Εξάλλου, μήπως πρέπει να διακρίνουμε το φιλόσοφο από τον πολιτικό, ο ένας δηλαδή ανήκει στον θεωρητικό τύπο ανθρώπου, ενώ ο πολιτικός στον πρακτικό τύπο ή ακόμα μήπως η πολιτική είναι τέχνη, που εξαρτάται από πολλά προσόντα και πολλούς ανθρώπους για να επιτύχει, σε αντίθεση με τη θεωρία, που είναι έργο βασικά ενός, έστω κι αν διαλέγεται με άλλους;

Τέλος, στα ερωτήματά μας τίθεται και η σημερινή εποχή, κατά την οποία φιλόσοφοι ή επιστήμονες εμπλέκονται στην πολιτική, περισσότερο ως  τεχνοκράτες παρά ως εμπνευσμένοι και ταλαντούχοι πολιτικοί.  Αυτό τουλάχιστο που σωστά απαιτούν είναι να έχουν την ελευθερία να κρίνουν και να πράξουν και όχι να εξυπηρετούν κομματικά ή προσωπικά συμφέροντα.

Επιλογικά  επαναλαμβάνεται το ερώτημα, θα αξιωθεί κάποτε ο κόσμος να κυβερνηθεί από φιλοσόφους ή οι κυβερνήτες θα φιλοσοφήσουν ή ποτέ δεν θα πραγματοποιηθεί αυτό, οπότε η ελπίδα του Πλάτωνα θα αποδειχθεί φρούδα!
***
Προσπάθησα στο παρόν κείμενο να εξετάσω γιατί ο Πλάτων δεν εφάρμοσε τις θεωρίες του περί πολιτείας και αν ο πολιτικός διαφέρει τόσο από τον φιλόσοφο ώστε ποτέ δεν θα συμπέσει φιλοσοφία και πολιτική ή υπάρχει περίπτωση να συμπέσουν, οπότε και η πολιτεία θα λύσει τα προβλήματά της και οι άνθρωποι θα ευτυχήσουν.