Τρίτη, 14 Ιουνίου 2011

ΕΛΥΤΗ, Ο ΥΠΝΟΣ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ


ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ,  Ο ΥΠΝΟΣ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ    (Παραλλαγή)
Από τη  συλλογή 'Εξι και Μία Τύψεις για τον Ουρανό, ποίημα γραμμένο σε δυο παραλλαγές. Εικόνες του πεδίου των μαχών, με τους νεκρούς και τις ψυχές τους ν’ αναβαίνουν στον ουράνιο κόσμο. Ύμνος στην αρετή και μεταφυσική όψη των ηρώων και του κόσμου για τον οποίον αγωνίστηκαν.
1.Μυρίζουν ακόμη λιβανιά, κι έχουν την όψη  καμένη από το πέρασμά τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.

2. Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο
          
         3.Μπρούμυτα, σ' ένα χώμα που κι η πιο μικρή ανεμώνα
      του θα' φτανε να πικράνει τον αέρα του 'Αδη
           
            4 .(Το' να χέρι μπρος, έλεγες πολεμούσε ν' αρπαχτεί απ' το μέλλον,
                   τ' άλλο απ' την έρμη κεφαλή, στραμμένη με το πλάι,
5.      Σα να θωρεί στερνή φορά, μέσα στα μάτια εvός ξεκοι-
        ­λιασμένου αλόγου, σωρό τα χαλάσματα καπνίζοντας)
6.      Κει τους απάλλαξε ο Καιρός.  Η φτερούγα η μια, η πιο
      κόκκινη, κάλυψε τον  κόσμο, την ώρα που η άλλη,
       α­βρή, σάλευε κιόλας μες στο διάστημα,

7.    Και καμιά ρυτίδα ή  τύψη, αλλά σε βάθος μέγα
8.      Το παλιό αμνημόνευτο αίμα που αρχινούσε με κόπο να χαράζεται, μέσα στη     
     μελανάδα τ' ουρανού

9. 'Ηλιος νέος,  αγίνωτοs ακόμη,
   
10.  Που δεν έσωνε να καταλύσει την πάχνη των αρνιών από το ζωντανό τριφύλλι,           
     όμως πριν καν πετάξει αγκάθι
     αποχρησμοδοτούσε το έρεβος...
        
          11.  Κι απαρχής Κοιλάδες, 'Ορη, Δέντρα, Ποταμοί.
   
12.  Πλάση από γδικιωμένα αισθήματα έλαμπε, απαράλλαχτη 
      κι αναστραμμένη να τη διαβαίνουν  οι ίδιοι τώρα ,
      με θανατωμένο μέσα τους το Δήμιο,

13 Χωρικοί του απέραντου γαλάζιου!
              
              
             
14.  Δίχως μήνες και χρόνοι να λευκαίνουν το γένι τους, με
       το μάτι εγύριζαν τις εποχές  , ν' αποδώσουν στα πράγματα
       το αληθινό τους όνομα ,
             
15.  Και στο κάθε βρέφος που άνοιγε  τα χέρια, ούτε μια ηχώ,
     μοναχά το μένος της αθωότητας  που ολοένα δυνάμωνε τους καταρράχτες…

16.  Μια σταγόνα καθαρού νερού, σθεναρή πάνω απ'τα βάραθρα,
     την είπανε Αρετή  και της έδωσαν ένα λιγνό
     αγορίστικο  σώμα.
          
17.  'Ολη μέρα τώρα η μικρή Αρετή κατεβαίνει  κι εργάζεται
      σκληρά στα μέρη όπου η γη από άγνοια σήπονταν, κι
       είχαν οι άνθρωποι ανεξήγητα μελανουργήσει,

18.  Αλλά τις νύχτες καταφεύγει πάντα εκεί ψηλά στην αγκαλιά του 'Ορους,
       καθώς μέσα στα μαλλιαρά στήθη του Αντρός .
19.  Και η άχνα που ανεβαίνει  απ' τις κοιλάδες, έχουν να κά­νουν πωs δεν είναι, λέει,       
      καπνός, μα η νοσταλγία που ξεθυμαίνει από τις χαραμάδες του ύπνου των        
     Γενναίων.
ΟΔΥΣΣΕΑ ΕΛΥΤΗ,  Ο ΥΠΝΟΣ ΤΩΝ ΓΕΝΝΑΙΩΝ    (Παραλλαγή)
1.  Μυρίζουν ακόμη λιβανιά, κι έχουν την όψη  καμένη από το πέρασμά τους στα Σκοτεινά Μεγάλα Μέρη.
Μόλις έχουν πεθάνει κι έχουν καμένο το           πρόσωπο από το πέρασμα              στον 'Αδη, ή  στο πεδίο της μάχης .

2. Κει που μεμιάς τους έριξε το Ασάλευτο
            3. Μπρούμυτα, σ' ένα χώμα που κι η πιο μικρή ανεμώνα του θα' φτανε να πικράνει τον αέρα του 'Αδη

Βρίσκονται ασάλευτοι μπρούμυτα, κι εδώ ο ποιητής το επίθετο ασάλευτοι και το επίρρημα μπρούμυτα το ουσιαστικοποιεί, παρουσιάζοντας μας τη δύναμη του θανάτου προσωποποιημένου. Το χώμα στο οποίο είναι ριγμένοι είναι τόσο όμορφο, που κι η πιο μικρή ανεμώνα του θα πίκραινε τον 'Αδη.
            4 .(Το' να χέρι μπρος, έλεγες πολεμούσε ν' αρπαχτεί απ' το μέλλον, τ' άλλο απ' την έρμη κεφαλή, στραμμένη με το πλάι,
5.  Σα να θωρεί στερνή φορά, μέσα στα μάτια εvός ξεκοι­λιασμένου αλόγου, σωρό τα χαλάσματα καπνίζοντας)
Περιγραφή της φρίκης του πολέμου, όπως στον πίνακα Γκουέρνικα.
            6.  Κει τους απάλλαξε ο Καιρός.  Η φτερούγα η μια, η πιο κόκκινη, κάλυψε τον κόσμο, την ώρα που η άλλη, α­βρή, σάλευε κιόλας μες στο διάστημα,

Καιρού απηλλάγησαν. Πέθαναν. Βγήκαν από το χρόνο.
Η μια φτερούγα, η γήινη, μένει στη γη, φθαρτή, κόκκινη, αιμάτινη, η άλλη η ευγενική μεταβαίνει στον ουρανό.
7. Και καμιά ρυτίδα ή  τύψη, αλλά σε βάθος μέγα
            8.  Το παλιό αμνημόνευτο αίμα που αρχινούσε με κόπο να χαράζεται, μέσα στη μελανάδα τ' ουρανού
9. 'Ηλιος νέος,  αγίνωτοs ακόμη,
    10.  Που δεν έσωνε να καταλύσει την πάχνη των αρνιών από το ζωντανό τριφύλλι, όμως πριν καν πετάξει αγκάθι αποχρησμοδοτούσε το έρεβος...

'Αχρονοι, χωρίς τύψεις, έκαμαν το καθήκον τους . Σε μέγα όμως βάθος, από το παλιό αίμα που χύθηκε  από  αμνημονεύτων χρόνων με κόπο άρχισε να χαράζεται μέσα στη μαυράδα τ' ουρανού ένας νέος ήλιος, αδύναμοs, άωροs, που δεν είχε τη δύναμη να διαλύσει την πρωινή δροσιά από το τριφύλλι των αρνιών, αλλά πριν καν βγάλει ακτίνες δυνατές, αποχρησμοδοτούσε, προμηνούσε τη διάλυση των σκοταδιών, διέλυε τα σκοτάδια.

11.  Κι απαρχής Κοιλάδες, 'Ορη, Δέντρα, Ποταμοί.
    12.  Πλάση από γδικιωμένα αισθήματα έλαμπε, απαράλλαχτη  κι αναστραμμένη να τη διαβαίνουν  οι ίδιοι τώρα , με θανατωμένο μέσα τους το Δήμιο.
13 Χωρικοί του απέραντου γαλάζιου!

Μια  νέα κοσμογονία, από τη  θυσία των ηρώων ένας καινούριος κόσμος εμφανίζεται, λαμπρός, ολόιδιος με  αυτόν εδώ, αντιστραμμένος όμως, αφού είναι καθρέφτης του ο κόσμος μας.
'Αχρονος, άφθαρτος, καθαρός. Κι αυτοί να τον διαβαίνουν χωρίς επιθυμία σκοτωμών, ειρηνικοί, χωρικοί στον απέραντο ουρανό.
              
              14.  Δίχως μήνες και χρόνοι να λευκαίνουν το γένι τους, με τα μάτι εγύριζαν τις εποχές  , ν' αποδώσουν στα πράγματα το αληθινό τους όνομα ,

Χωρίς ο χρόνος να επιδρά πάνω τους, με τα μάτι βλέπουν όλες τις εποχές αφού χρόνος δεν υπάρχει, όλα είναι παρόντα κι ονοματίζουν  τα αληθινά πράγματα με τα αληθινά τους ονόματα, μαθαίνουν τις αληθινές ονομασίες των πραγμάτων.
             
              15. Και στο κάθε βρέφος που άνοιγε  τα χέρια, ούτε μια ηχώ, μοναχά το μένος της αθωότητας  που ολοένα δυνάμωνε τους καταρράχτες…
               
              Καταρράχτης αθωότητας επικρατεί εκεί πάνω. Χώρος δεν υπάρχει, ηχώ δεν υπάρχει, μόνο  βρέφη και αθωότητα.

16. Μια σταγόνα καθαρού νερού, σθεναρή πάνω απ' τα βάραθρα, την είπανε  αρετή  
     και της έδωσαν ένα λιγνό αγορίστικο  σώμα.
           17. 'Ολη μέρα τώρα η μικρή Αρετή κατεβαίνει  κι εργάζεται σκληρά στα μέρη όπου η γη από άγνοια σήπονταν, κι είχαν οι άνθρωποι ανεξήγητα μελανουργήσει,
18.  Αλλά τις νύχτες καταφεύγει πάντα εκεί ψηλά στην αγκαλιά του 'Ορους, καθώς μέσα στα μαλλιαρά στήθη του Αντρός .

Από  αυτό τον καταρράχτη της αθωότητας, από τον ιδεατό αυτό κόσμο, στον οποίο ζουν οι ήρωες αιώνια, η Αρετή κατεβαίνει, μια σταγόνα αθωότητας, κι εργάζεται σκληρά για να βελτιώσει κι αυτόν εδώ τον κόσμο, ώστε να μοιάσει σιγά σιγά στον ιδεατό. Γνώση η αρετή και σκληρή δουλειά, ειρηνική, ανανεώνει τον κόσμο, όλο  δύναμη, μπαίνει στον κίνδυνο, ούτε αρσενική ούτε θηλυκή, αλλά και τα δύο, Αρετή και Αντρεία, εργάζεται τα έργα της μέρας, του φωτός,  αποφεύγοντας τη νύχτα, που ανεβαίνει ψηλά στον ιδανικό κόσμο, αφού τα έργα της  αρετής είναι και έργα ιδανικότητας και υψηλοφροσύνης, και μετοχής στον θείο κόσμο των ιδεών και έρωτα του υψηλού. Εκεί λοιπόν που οι άνθρωποι έκαμαν τα μαύρα τους έργα του πολέμου, εκεί που η γη σάπιζε από άγνοια  (αρετή=γνώση κατά Σωκράτη) εργάζεται η Αρετή.
            19. Και η άχνα που ανεβαίνει  απ' τις κοιλάδες, έχουν να κά­νουν πως δεν είναι, λέει, καπνός, μα η νοσταλγία που ξεθυμαίνει από τις χαραμάδες του ύπνου των Γενναίων.

Η άχνα που ανεβαίνει από τις κοιλάδες δεν είναι καπνός (μια παράδοση στην Κρήτη λέει πως από μια κοιλάδα όπου είχε γίνει μια μάχη ανεβαίνει  μια άχνα ακόμα και σήμερα , η πρωινή δροσιά παίρνει τις μορφές των πολεμιστών- Δροσουλίτες ονομάζεται το φαινόμενο) (που δεν είναι καπνός)  αλλά είναι η νοσταλγία που ξεθυμαίνει από τις χαραμάδες  του ύπνου των γενναίων ηρώων,  που ζουν βέβαια στον ουρανό αιώνιοι και αθώοι, όμως νοσταλγούν τη ζωή σ' αυτή τη γη, που  είναι  όμορφη και που γι' αυτήν  θυσιάστηκαν.