Πέμπτη, 16 Ιουνίου 2011

Στέλιου Παπαντωνίου
ΤΟ ΘΡΗΣΚΕΥΤΙΚΟ ΣΤΟΙΧΕΙΟ ΣΤΗΝ ΠΟΙΗΣΗ ΤΟΥ ΓΙΑΝΝΗ ΡΙΤΣΟΥ

1. Εισαγωγικά
Η εργασία αυτή αποτελεί μια προσπάθεια ανίχνευσης του θρησκευτικού στοιχείου σε
μερικά από τα ποιήματα του Γιάννη Ρίτσου και συγκεκριμένα ως τον «Αποχαιρετισμό», γραμμένο στα 1957.
Οι αναφορές του στο Χριστό, στην Παναγία, στο Θεό κατατάσσονται στις εξής κατηγορίες: Η πάλη, η ταύτιση, οι επικλήσεις, η παιδικότητα και ο πανθεϊσμός, η ελληνοκεντρική θρησκευτικότητα. Οι κατηγορίες αυτές δεν είναι απόλυτες ούτε έχουν χρονική εξέλιξη• αποτελούν απλώς μία αδρή περιγραφή των θρησκευτικών χαρακτηριστικών των ποιημάτων του Ρίτσου και δηλώνουν την πάλη του με το Χριστό, ως Υιό του Θεού, την πάλη ανάμεσα στην πίστη και τη στενή λογική, την ταύτισή του κάποτε με το Χριστό, ιδίως σε εμπειρίες μαρτυρίου, τις επικλήσεις του στο Θεό, τις διάφανες αγνές εικόνες του πλήρεις παιδικότητας αλλά και με πανθεϊστικές αποχρώσεις, και τέλος τις ποιητικές του συλλήψεις τις σχετικές με το λαϊκό ελληνικό πολιτισμό.
2. Η πάλη
Μια από τις πρώτες εντυπώσεις από την επαφή με το ποιητικό έργο του Ρίτσου είναι η πάλη ανάμεσα στην πίστη και την απιστία, στο Χριστό και το Μαρξ, στη γοητεία της πίστης και τη στεγνή λογική, στην αιωνιότητα και χρονικότητα.
Η επαναστατικότητα του νεοφώτιστου και η περηφάνια της λογικής συνοδεύει το νέο Ρίτσο στα πρώτα του ποιήματα. Ο Χριστός με την παρουσία Του πιέζει την ποιητική παραγωγή του, έκφραση ωχρής ανίχνευσης στο θείο μυστήριο.
«Χριστέ...
Αξίωσε το δούλο Σου να Σ’ αντικρύσει στη ματιά,
με του οίκτου ωχρά τα δάχτυλα ν’ αγγίξει την πληγή σου,
λευτερωμένο απ΄ τη βαθιά του μυστηρίου Σου γητειά
νa γδύσει Σε απ΄ τo ένδυμα της φωτεινής σιγής Σου».
(Στο Χριστό», «Τρακτέρ»)


Αδυνατώντας να συλλάβει την αιωνιότητα, το άχρονο, περιορίζει ο ποιητής το Χριστό μόνο στην Ιστορική του διάσταση:

«Της εποχής Σου Σ’ έκλεισε και Σένα ο σιδερένιος κλοιός»

και πιστεύει πως η απελευθέρωση από την πίστη θα οδηγήσει στη χαρά της ζωής. Η πίστη θεωρείται ω το επιθολούν τη λογική κρίση. Ο Μαρξ θα διδάξει την επίγεια κοινωνική συμπεριφορά του ανθρώπου, όμως η λύση στην εσωτερική σύγκρουση του ποιητή δεν έρχεται, αφού το μηδέν ως θεμέλιο αυτοαναιρείται.
Στην « Αγωνία» ο εγκλωβισμένος νους πάσχει δίκαια:
«Είναι η θρησκεία ανακωχή της αγωνίας της γης
μπρος στο άγνωστο, μα αρνιόμαστε τη μάταιη συνδρομή της•
και μένει ο νους μες στη στοά της εγκαρσίας πληγής,
αμετανόητος αλαζών κι ελεήμων ερημίτης».

Παιδί τού καιρού του ό ποιητής, με τα ιδεολογικά ρεύματα σαρωτικά, κραυγάζει ως
άλλος Νίτσε ή Γύφτος, στην « Ωδή στη Χαρά» αφιερωμένη στον Παλαμά:
«Θα πεθάνουνε οι Θεοί που τη ζωή συννεφιάζουν μ’άσπρα γένεια μυστηρίων• η επιστήμη έξω απ’ την κάπνα των κηρίων
θα΄βγει πρωί»
.

Στον «Πόλεμο» αφιερωμένο στο Στράτη Μυριβήλη για τη «Ζωή εν Τάφω», ο πόνος της μάνας από το θάνατο του παιδιού της στη μάχη γίνεται αιτία και της απιστίας της:

«Τον πόλεμο όλοι, γιε μου, καταριόνταν,
μόν’ ο παπάς κάτι έλεγε πώς όσοι
σκοτώθηκαν, μαθές, θ΄ανασταινόνταν
στον ουρανό κι αγγέλοι θα γενούν…


Μα ποιος τ’ ακούει αυτά; Ποιος τα πιστεύει;»

Ο Χριστός είναι βαθιά χαραγμένος στην ψυχή του ποιητή κι εύκολα δεν μπορεί να Τον σβήσει. Οι καταβολές του είναι χριστιανικές, οι καιροί όμως αρνητικοί:

«Πίσω απ’ το τζάμι αχνίζει η αυγή
και στη γωνιά του δρόμου ένα γαλάζιο σύγνεφο
κρύβει το Θεό που επιτηρεί την άρνησή μου».
3. Η ταύτιση
Η παρουσία του χριστού στην ποίηση του Ρίτσου μάς ξαφνιάζει από το πρώτο τετράστιχο του πρώτου ποιήματος της πρώτης ποιητικής του συλλογής («Τρακτέρ», 1930- 34).
«Μητέρα Ποίηση, δέξου με • το σώμα μου σταυρός
και πάνω του καρφώσανε τη ζωή μου Ναζωραίο•
σε ανάξιους εμοιράστηκε ο δικός μου θησαυρός
κι έχω το φτύσμα ταπεινών στο πρόσωπο τ’ ωραίο».

Η ζωή του Ρίτσου είναι μαρτυρική και αρχέτυπο του μαρτυρίου είναι ο Χριστός.
Ταυτίσεις του με το Χριστό παρακολουθούμε στο «Τραγούδι της Αδελφής μου», όπου
η αδελφή, ως ίσκιος Παναγίας, απέμεινε ορθή, όταν γκρεμίστηκε το σπίτι τους, κι αυτός

«Σαν αμίλητος Χριστός
άκουγα τη σάλπιγγα των ουρανών...».


Σπουδές στο θέμα του θανάτου είχε κάμει ο Ρίτσος πριν γράψει τον «Αποχαιρετισμό»,
το μονόλογο του ήρωα Γρηγόρη Αυξεντίου, στα 1957. Εκεί ο ήρωας με το αίμα του μάς βεβαιώνει για το πώς ένιωσε ό Χριστός στο σταυρό σε μια δεδομένη στιγμή:

«Και σας βεβαιώνω τώρα με το αίμα μου:
ποτέ δεν ήταν τόσα ευτυχισμένος ο Χριστός
όσο την ώρα που το τελευταίο καρφί τον άφησε
ακίνητο, χωρίς να τον σκοτώσει,
για να κοιτάξει κατάματα τον ουρανό και τη θυσία του».

4. Οι επικλήσεις
Στην πρώτη ποιητική του συλλογή μας σταματά το ποίημά του «Στο Χριστό». Ο Ρίτσος προσφέρει στο Χριστό το ποίημά Του ως τάμα παλιό, και Του ζητά να το δεχτεί με επιείκεια, αναγνωρίζοντας τη θεία ανωτερότητα και την ανθρώπινη αδυναμία:
«Χριστέ, που μου άνθισε η καρδιά κάτω απ’ τον ίσκιο το φαιό
του Λόγου σου- άνθος σιωπηλό, της ευλογίας σου πλάσμα-
και μες στη φούχτα Σου χολή κι όξος ρουφούσα το Θεό,
μ’ επιείκεια δέξου το, παλιό τάμα το νέο μου άσμα.».


Επικλήσεις πολλές στον Κύριο συναντούμε στις «Πυραμίδες» 1930 - 35.
«Θε μου, πού πήγαν οι άνθρωποι;» (Μόνωση)
«Κύριε, ποιo, τάχα, αμάρτημα παλιό, προγονικό
πάνω στη ζωή μου βάρυνε κι οργίστηκε η βουλή Σου;»
(«Ταπείνωση»)




Αυτοαναιρούμενες επικλήσεις μπορούμε να ονομάσουμε όσες απαντούμε στον «Επιτάφιο», το λογοτεχνικό υπόστρωμα του οποίου κατανοούμε μόνο με τον Επιτάφιο Θρήνο και το Θρήνο της Σάρρας στη «Θυσία του Αβραάμ».

« Ω, Παναγιά μου, αν ήσουνα, καθώς εγώ, μητέρα
βοήθεια στο γιο μου θα ΄στελνες τον ΄Αγγελο από πέρα.
Κι αχ, Θε μου, Θε μου. αν ήσουν Θεός κι αν ήμασταν παιδιά Σου
θα πόναγε καθώς εγώ τα δόλια πλάσματά Σου».

5. Παιδικότητα και Πανθεϊσμός
Το θρησκευτικό στοιχείο διάφανο σε στίχους και στροφές των ποιημάτων του Ρίτσου
μεταφέρει σε κόσμους ανότητας. Ιδιαίτερα στα ποιήματα που αφιερώνει στις αδελφές του.
«Ο Δωδεκαετής», « Η Ναζαρέτ», «Ο μικρός Χριστός»
Στο ποίημα « Ο λύχνος των φτωχών και ταπεινών» αφιερωμένο στην αδελφή του Νίνα αναφέρεται στο θάνατο του παππού τους. Το ποίημα περιέχει πολύ το χριστιανικό στοιχείο:
«Είμαστε αγαθοί και ταπεινοί
πιστεύουμε στο Θεό
ζεσταινόμαστε στον ήλιο».


Ο παππούς παρουσιάζεται να συνομιλεί με το Χριστό και να πράττει σύμφωνα με το θέλημά του.
«Εκείνος βλέπει
Εκείνος ξέρει
όταν ακούει την καρδιά Του στο έργο σου.
Ήσουνα πάντοτε όμοιος μ’ Εκείνον
Κι έγινες όμοιός Του.
Είσαι ό καλός παππούς...
Θέλει έγνοια και φροντίδα ή πλάση Του».

Λίγο αργότερα ο Ρίτσος γράφει το ποίημα «Μια πυγολαμπίδα φωτίζει τη νύχτα». Το ιερό και θείο απλωμένο στη φύση προκαλεί την ευσέβεια του ποιητή.

«Κι ο ήλιος, αύριο το πρωί, που θα σταθώ σ’ ανθισμένο κατώφλι
κάτου απ’ τα’ αγιόκλημα, θα με γνωρίσει.
Θα βγάλω το σκούφο μου, θα κάνω το σταυρό μου σα να μπαίνω
στην εκκλησιά και θα πω την πρώτη πρώτη προσευχή μου».

Ο Χριστός αγαπά τα παιδιά και τούς παραστέκεται. Ο ποιητής, όλος αθωότητα, γράφει:
« Ο Χριστός μας χάιδευε τα βράδια στα μαλλιά
Κι αποκοιμιόμαστε ήσυχα».

Ο Άης Γιώργης, η Παναγία• ο Θεός πανταχού παρών. Το ιερό και θείο κλίμα και στο ποίημα «΄Ονειρο Καλοκαιρινού Μεσημεριού». Ο Θεός είναι ο καλός παππούς:

«Και, να δεις, ο θεός θα μας αγαπήσει,
θα μας βάλει να κάτσουμε στα πόδια Του
και θα χαμογελάει γλυκά καθώς εμείς
θα στολίζουμε τα μακριά μουστάκια Του με μαργαρίτες...»


Ο Θεός ιδωμένος με τα παιδικά μάτια και την αγνή καρδιά είναι ό Θεός τής χαράς, είναι το παν.

«Τώρα, δυο λουλούδια και δυο αχτίνες δεν κάνουν τέσσερα - κάνουν την ψυχή μας.
Κι ένα τριαντάφυλλο και μια πεταλούδα δεν κάνουν δυο - κάνουν ένα Θεό.
Κι ένας Θεός κάνει όλα.
Λοιπόν ή ψυχή μας μαζί με την ψυχή του Θεού πόσα κάνει;
Ο δάσκαλος δεν ξέρει. Εμείς το ξέρουμε πως κάνει ένα. Το διαβάσαμε σήμερα στο ανοιχτό βιβλίο του ήλιου, σήμερα που ξεχάσαμε όλα τα βιβλία.»

Ο πανθεϊσμός του ποιητή βεβαιότατος, πράγμα που δεν είναι Ορθοδοξία.
6. Η ελληνοκεντρική θρησκευτικότητα
Η «Κυρά των Αμπελιών», γραμμένη ανάμεσα στα 1945-1947 , έργο μεγαλόπνοο στη σύλληψη- απεικόνιση της Ελλάδας- δεν ήταν δυνατό να μην είναι κατάσπαρτη από θρησκευτικά στοιχεία:
«Κυρά των Αμπελιών… Κυρά μελαχροινή που η αντηλιά σου χρύσωσε τα χέρια σαν της Παναγιάς το κόνισμα… και τ’ οργωμένο χώμα ευώδιαζε σαν εκκλησιά τη μέρα των Βαγιώνε… Σε βλέπαμε στο χέρι που έδειχνε τον κάμπο λέγοντας «το χώμα είναι καλό» ή «ο Θεός μαζί σου» στο χέρι της γιαγιάς πού κανε το σταυρό της μουρμουρίζοντας «δι’ ευχών των Αγίων Πατέρων...» στο χέρι του που σταυρώνει το ψωμί με το μαχαίρι σίγουρο και τίμιο».
Όλα εκεί είναι ιερά και τα πρόσωπα σεβάσμια. Όταν έρχονται οι εχθροί, η Ελλάδα αγωνίζεται πάντα με τη βοήθεια της Παναγίας και της Εκκλησίας. Στο τέλος των αγώνων η ειρήνη κι η ελπίδα ανατέλλουν με εικόνες πάλι θρησκευτικές.
«Κι όπως περνάει απ’ την Ωραία Πύλη ο Δέσποτας κρατώντας τ’ άγια των αγίων έτσι περνάς κάτου απ’ την πύλη των σταυρών κρατώντας στ’ ανοιχτά σου χέρια τη φαρδιά σπάθα του Αγώνα σαν να κρατάς μια πλάκα φως με της Ειρήνης το δεκάλογο σαν να κρατά ς τον ήλιο το νιοβάφτιστο που στάζει απ’ τ’ ουρανού την κολυμπήθρα».
7. Επιλογικά
Ο Γιάννης Ρίτσος υπηρετεί την ποίηση χρόνους πολλούς. Με τις πράξεις και με το έργο του αγωνίστηκε με συνέπεια για όσα πιστεύει ως άξια. Μερικά μπορεί να μας σκανδαλίζουν ή να μας βρίσκουν αντίθετους. Το ποιητικό τάλαντο πάντως δεν το έκρυψε , αλλ’ αντίθετα το πολλαπλασίασε. Την ορθοδοξία και χριστιανικότητά του δεν κρίνω. Πιστεύω όμως πως υπάρχει πολύ το θρησκευτικό στοιχείο στην ποίησή του.