Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Η αυλή μας


Η αυλή μας
του Στέλιου Παπαντωνίου

Μες στην αυλήν εμεινίσκαν δκυο οικογένειες, η δική μας- του Παπαδάμου όπως τον έξερεν ο κόσμος ούλλος-  τζιαι της Κατριγιές. Εμείς είμαστεν οχτώ, ο Παπαδάμος, η παπαδκιά, ο παππούς, η στετέ, τζιαι τα τέσσερα παιδκιά, δκυο κόρες τζιαι δκυο γυιούδες. Στα πισινά εμείνισκεν η Κατριγιέ τζι ο Τζιεμαλής, ο γυιος της.
Το σπίτιν ήταν ΄νου Εγγλέζου, που το εγόρασεν ΄που έναν ππασιάν, τζι’ επκιερώνναμέν του ενοίκιον. Ο ππασιάς εσκότωσεν έναν Bένετον τζι έπιαν το, τζι  o  Bένετος ΄που έναν Φράγκον, τζι ο Φράγκος ΄που ένα Ρωμιόν που τα ΄βαλεν με τους Σαρατζιηνούς τζιαι πριν είχαν το σπίτιν κάτι Ρωμαίοι, τζιαι πριν πριν πριν  τα παιδκιά της Εβροϊτούς που τα Κούκλια.
Επκιερώνναμεν το νοίτζιν, μα ο Εγγλέζος εν τζι ήταν του χαϊρκού, έβαλλεν την Τουρκούν πάνω, να μαλλώννουμεν, ώσπου μιαν ημέραν ο Παπαδάμος άρκεψέν του  τες φωνές, εσύραμεν του τζιαι μια δκυο με το σιεπέττον, άρπαξεν τον μιτσίν μας τζι εκρέμμασέν τον πα’ στη  συκαμιάν  της αυλής, όπως εκρεμμάσαν τζιαι τον παππού του παππού μας οι Τούρτζιοι κάμποσα γρόνια πριν.
Ο Παπαδάμος επήε στους δικεόρους, στα δικαστήρια, ενοίκιον κανεί. Ελαλούσαν μας ούλλοι «έσιετε δίτζιον», αλλά τίποτες εν εγίνετουν. Στο τέλος εμάθαμεν το παραμύθιν, «έσιετε δίτζιον», αλλά τίποτε εν γίνεται, τζιαι λαλούμεν το ως τωρά.
Ο Παπαδάμος είπεν να κάτσει με τον Εγγλέζον τζιαι την Κατριγιέ να δώκουν νεπαμόν, εσυφφωνήσαν τζι είπαμεν να πάει πάσα κακόν. Αμμά η Τουρκού επήρε μας πρέφαν, εν άφηννεν να γοράσουμεν τίποτε στο σπίτιν αν δεν την αρωτούσαμεν, αρκέψαν τζι οι απαιτήσεις, ο Τζιεμαλής να’ν τριάντα ποδά, σαράντα ποτζιεί, τζι εμείς ό, τι μείνει. Ο Παπαδάμος ενευρίασεν, «εν ν’ αλλάξω σελίδα», λαλεί τους, τζιείνοι εβάλαν τες φωνές, ήρταν οι συγγενείς τους να μας κρούσουν, επειράξαν τζι οι δικοί μας νάκκον τα Τουρτζιά, τζιαι τούτοι εκόψαν την αυλήν τζι έν μας αφήνναν πκιον να κοντέψουμεν τα ττέλια.
Μιαν ημέραν, έσιει καμιά τριανταπενταρκά γρόνια, ο μιτσής, πελλοκοπελλούιν, άρπαξεν το τζυνηετικόν, έβαλέν τα με τον Παπαδάμον, «να σε παίξω», λαλεί του, «έθ θελεις να σμίξουμε με τους άλλους συγγενείς, τζι αρέσκει σου δαμέσα να παίζεις τον μάγκαν».
-Ρε γυιε μου, ρε καλέ μου,  κάτσε στ’αβκά σου τζι η Τουρκού περιμένει την ώρα να φωνάξει τους συγγενείς της να μας φάει το σπίτι.
Ώσπου να δεις τζιαι να πεις, κατεβαίνουν οι συγγενείς της Τουρκούς, εκάτσαν μας του βούρου, εδώκαν μας παν΄ στη κκελλέν, εγαιματώσαμ μας, ατιμάσαμ μας,  αρπάξαν τζιαι το μισό σπίτι τζι εμείναμεν με δκυο σιείλη καμένα. Ο Παπαδάμος που το κακόν του επέθανεν. Λαλούμεν, να αναλάβει ο μεαλλύττερος αρφός, μα που τζιαμαί τζιαι τζιει, πάμεν του τριώλου.
Η Τουρκού με τους συγγενείς της εκάτσαν για καλά στο μισό σπίτιν, εφέραν τζιαι κάμποσους κουβαλητούς, εν συγγενείς τζιαι τούτοι, λαλούν, εν κληρονόμοι, βουρούμεν έσιει τόσα γρόνια, τζιαι το δίτζιο μας έν το βρίσκουμεν. Εφτάσαμεν να φοούμαστιν τους λλίους οι πολλοί, τζιαι να με θωρούμεν άσπρη μέραν.
Τώρα είπαμεν να κάτσουμεν μαζίν πάλε, να πκιούμεν έναν καφέν τζιαι να τα πούμεν, να δούμεν ίντα ΄ν΄ που θέλουν τζιείνοι, ίντα ΄ν΄ που θέλουμεν εμείς, αμμά θαρκούμαι το χαντάτζιν εν μιάλον. Εδώκαμε θάρρος του χωρκάτη τζι εμπήκεν με τες ποδίνες  μες στο στρώμα, τζιαι να δούμεν πότε εν να βκει. Εσηκώσαμ μου μες στο σπίτι τζι ένα δκυο αέρκια κάτι ττερτίππια, να δούμεν τζιαι το δίτζιον της Τουρκούς, να δούμεν τζιαι το δίτζιον του Τζιεμαλή, το δικόμ μας πκοιος εν να το δει;
Πριν τρία τέσσερα γρόνια εκατάφερεν η οικογένεια τζι εμπήκαμεν τζιαι σε μιαν εταιρείαν ευρωπαϊκήν, πέρκιμον δούμεν Θεού πρόσωπον, αλλά πρέπει να κόβκει τζι ο νους σου τζιαι να εκμεταλλεύκεσαι τες περίστασες. Εμάς εκμεταλλεύκουνταί μας τζι εμείς παίζουμεν πελλόν, για τούτον πάμεν πίσω πίσω. Εδ δυνατόν ούλλον το δίτζιον να το’ σιει η Τουρκού τζι ο Τζιεμαλής, τζιαι στο τέλος να γίνει το δικόν τους; Οξά είμαστιν αχαϊρευτοι! Να δούμεν
τες παλλικαρκές μας, να πνάσει τζι η ψυχούλλα μας.