Παρασκευή, 27 Μαΐου 2011

Διαπολιτισμικά

ΔΙΑΠΟΛΙΤΙΣΜΙΚΑ

Μια προσπάθεια να γνωρίσουμε την πάλη που διεξήχθη για αιώνες ανάμεσα στον Ιουδαϊσμό- αργότερα Χριστιανισμό- και τον Ελληνισμό θα μας βοηθήσει να γνωρίσουμε καλύτερα τους εαυτούς μας. Είμαστε πλασμένοι πνευματικά από αντίρροπες δυνάμεις, που επί μακρόν αλληλοσυγκρούονταν, ώσπου να βρεθεί πρόσφορο έδαφος κοινό με αλληλοϋποχωρήσεις και αλληλοκατανόηση, με διαπολιτισμικό διάλογο- κατά τη σημερινή ορολογία- για να μορφοποιηθεί η πνευματική μας εικόνα του Έλληνα Χριστιανού.
Μέγιστος βέβαια υπήρξε ο ρόλος της ελληνικής γλώσσας. Στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου και των διαδόχων του η αραμαϊκή υποχωρεί και η ελληνική αποκτά παγκόσμιες διαστάσεις, με αποτέλεσμα αυτή να είναι η γλώσσα στην οποία καλούνται να μεταφράσουν οι Εβδομήκοντα την Πεντάτευχο και θα γραφτούν ύστερα τα άλλα βιβλία της Παλαιάς Διαθήκης και της Καινής.
Ο ελληνιστικός κόσμος επηρεάζει τους Ιουδαίους πολλαπλώς. Η ελληνιστική φιλοσοφία ανιχνεύεται στον Εκκλησιαστή, «ματαιότης ματαιοτήτων», ενώ οι ιστορικοί και φιλόσοφοι της εποχής χρησιμοποιούν την ελληνική γλώσσα, όπως ο Φίλων ο Ιουδαίος και ο ιστορικός Ιώσηπος.
Ο Ιουδαϊσμός αυτοσυγκεντρώνεται και αυτοπεριορίζεται φοβούμενος τις ελληνικές επιδράσεις, όπως δηλώνει η Σοφία Σειράχ, αλλά τούτο δίνει ευκαιρία στον Χριστιανισμό να εξαπλωθεί εκτός Ιουδαίας, στους Σαμαρείτες και στους άλλους εθνικούς. Ο Παύλος, παρά την φαρισαϊκή παιδεία του, βλέπει πως οι Έλληνες αποδέχονται ευκολότερα το χριστιανισμό, με αποτέλεσμα οι Ιουδαίοι, παρά το ότι τους θέλει πρώτους στη σωτηρία, να έρχονται δεύτεροι, μάλιστα διά της Εκκλησίας στην οποία οι Έλληνες υπερτερούσαν. Μεγάλο το θαύμα, μέγιστη η επέμβαση του Θεού στην Ιστορία, αναφωνεί.
Ο δεύτερος μεταχριστιανικός αιώνας είναι ο αιώνας των Απολογητών. Μια περιδιάβαση στο έργο τους -στα ελληνικά γραμμένο- και πάλι θα μας οδηγήσει στις ρίζες της ελληνικής φιλοσοφίας, όμως το χριστιανικό πνεύμα έχει ήδη διεισδύσει στις καρδιές και στις διάνοιές των. Πρώτος μεγάλος είναι ο Μωυσής, ενώ οι Έλληνες φιλόσοφοι ακολουθούν, κάποτε αντιγράφοντάς τον.
Η ελληνική γλώσσα και φιλοσοφία θα οπλίσει τους χριστιανούς με όπλα θεωρητικά για να απαντήσουν στα ερωτήματα των ανθρώπων, αλλά και ο ελληνισμός θα αντικρύσει με διαφορετικό βλέμμα την Ιστορία, στην οποία θα αποδεχτεί την επέμβαση του Θεού. Θα αλλάξει επίσης φιλοσοφική οπτική γωνία, δεχόμενος κάτι πρωτάκουστο γι’ αυτόν, πως πρώτα υπήρξε ο Θεός και ύστερα ο κόσμος, ενώ ως τώρα για τον Έλληνα πρώτα υπήρξεν η ύλη, ενώ ο θεός- δημιουργός ήταν το συμπέρασμα των προβληματισμών του.
Τη μεγάλη όμως σύζευξη ελληνισμού και χριστιανισμού πέτυχαν οι Τρεις Ιεράρχες. Με ελληνική παιδεία και χριστιανικό πνεύμα εναρμόνισαν τα διεστώτα και παρέδωσαν σε μας το μεγαλείο και τη χάρη του ελληνοχριστιανικού πολιτισμού, την ελληνοχριστιανική παιδεία.
Όλα αυτά βέβαια δεν αναπτύσσονται σε μια στήλη, μπορούν όμως να ανοίξουν διόδους στον προβληματισμένο σύγχρονο άνθρωπο, και να θέσουν και πάλι το ερώτημα, μήπως πρώτοι εμείς οι Νεοέλληνες διαγράψαμε την Ιστορία και την πνευματική μας παράδοση; Ποια θέση έχουν στα σχολεία μας όλα αυτά, είτε ως έργα πνευματικής κατάρτισης είτε ως αποθέματα ελληνικής σκέψεως είτε ως έργα λογοτεχνίας; ΄Εχουν τα παιδιά μας ακουστά πόθεν προήλθαμε πνευματικά, από πόσες συγκρούσεις; Σε τελευταία ανάλυση, όλοι τέκνα διαπολιτισμικού διαλόγου είμαστε.