Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Η κάποτε ολοζώντανη, τώρα νεκρή ζώνη


Η κάποτε ολοζώντανη, τώρα νεκρή ζώνη
του Στέλιου Παπαντωνίου

Τον πέρασαν τον Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ μέσα από τα λευκωσιάτικα χαλάσματα και τους χορταριασμένους δρόμους. Αναρωτήθηκε όμως αυτός ή οι συνοδοί του σε ποιους ανήκουν αυτά τα καταστήματα; Ποιοι έχασαν περιουσίες σε μια νύχτα, έτρεξαν να σώσουν το ελάχιστο και δεν μπόρεσαν, έκλαψαν και ίσως μερικοί να πέθαναν στη δυστυχία τους επάνω, κάποτε μεγάλοι μαγαζάτορες στις πιο ακμαίες εμπορικές οδούς της Λευκωσίας;
Τον πέρασαν μέσα από τα χαλάσματα, μα η οδός Ερμού, η οδός Πάφου, η συνέχεια της Λήδρας ως το τουρκικό λοκματζίδικο ήταν ελληνικά καταστήματα, με μπακάλικα, χαλκουργεία, καταστήματα καλλυντικών ή νεωτερισμού, όπως λέγονταν τότε, δερματεμπορικά, και στην οδό Ξενοφώντος, από τη μια ο σταθμός των λεωφορείων Μόρφου, και στη συνέχεια παπουτσίδικα, με τις σκάρπες, τα σκαρπίνια, τις ποδίνες, και στη γωνιά κατάστημα Σοφιανού με κρεβάτια για τους νεόνυμφους της εποχής του 50, πίσω από το μεγάλο κατάστημα της Ζάκο. Όλα αυτά ελληνικότατα, όπως και της οδού Πάφου και της Ερμού με τα σφιχταγκαλιασμένα μαγαζιά, στο κέντρο ο πλάτανος.
Η Ερμού ήταν η εμπορικότερη οδός της Λευκωσίας, με το δημοτικό παντοπωλείο να δεσπόζει στο μέσον της, δεξιά κι αριστερά καταστήματα, ο Αθηαινίτης αμύγδαλα, κουφέτα και φουντούκια, πιο κάτω ο Καμπέρης υφάσματα, ο Αλωνεύτης απέναντι με τα κρασιά του, στο σταυροδρόμι πιο πάνω ο Στεφανίδης, ο Τσαούσης με τα εκατομμύρια είδη, κι απέναντί τους η Χρυσοχών, με τις προθήκες ασημικά και χρυσαφικά των «χρυσοφών» της εποχής. Κάπου εκεί ο Χριστοδουλόπαις, ούζα και κρασιά, πιο πάνω ο Πισσαρίδης, ο Κόκκινος, πετρέλαια Νάταρ κι απέναντί του ο Αγρότης με κολόνιες, ο Γιάννης με τα μπακαλίστικά του και τις διχτυωτές σιδερένιες πόρτες, ο Χαρίλαος με τα παπούτσια, μικρά εστιατόρια και σουβλιτζίδικα, ένας κόσμος ζωντανός, αξέχαστος, χαμένος κάποτε στις αυλακιές της μνήμης, που ξανάρχεται μεθώντας με τις ανατολίτικες μυρουδιές, τρεμοφέγγει στα βάθη και πονά.
Όλη η προσπάθεια των Τούρκων τότε ήταν  να πληγεί η κυριότερη εμπορική οδός, να λυγίσει η οικονομία και η ζωή των Ελλήνων της Κύπρου, μια προσπάθεια που επαναλήφθηκε με το σχέδιο Ανάν, αντιγραμμένη και τώρα ακόμα, όπως και παλιά, με την απαγόρευση στους τουρκοκύπριους να ψωνίζουν από ελληνικά καταστήματα.
Τον πέρασαν μέσα από τα χαλάσματα το Γενικό Γραμματέα του ΟΗΕ. Διερωτήθηκε όμως κανένας πόσα ήταν τα ελληνικά ξεκοιλιασμένα καταστήματα και πόσα τα τουρκικά; Οι ταμπέλες βουβές, θλιβερά ξεβαμμένες το μολογούσαν, αλλά ποιος διαβάζει ελληνικά, όταν δεν του συμφέρει; Όπως και με τα συνθήματα των Κυρηνειωτών. Κανένα επίσημο αφτί δεν τ’ ακροάστηκε. Ο Γενικός άκουε μόνο τα τραγούδια των οργανωμένων φίλων του κι έβλεπε μπαλόνια στον αγέρα, με όλα τα παρεπόμενα των σημασιών των λέξεων.
Ας δοθεί όμως ένας κατάλογος στα Ηνωμένα Έθνη για τους ιδιοκτήτες των καταστημάτων, μη νομίζουν πως πλήρωσαν οι δήθεν διωχθέντες το 1963 από τους ελληνοκύπριους. Γιατί εμείς πληρώσαμε την απόφασή τους να αποσκιρτήσουν και να κάμουν δικό τους κρατίδιο, κι όχι οι τουρκοκύπριοι. Μια μελέτη των κατεστραμμένων καταστημάτων της περιοχής Ερμού και Λήδρας θα πείσει για το ποια πλευρά είναι η παθούσα σ’ αυτό τον τόπο και ποια ζητεί τη δίκαιη λύση κι όχι τη διχοτόμηση, που απεργάζονται για πενήντα τόσα χρόνια οι τουρκοκύπριοι, μ’ οποιοδήποτε ηγέτη.