Σάββατο, 21 Μαΐου 2011

Μακάριοι οι μη ιδόντες


Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες.

Οι μη ιδόντες είμαστε όλοι εμείς, που δεν είδαμε τον Ιησού Χριστό στον κόσμο, δεν ζήσαμε εκείνες τις μέρες της επί γης παρουσίας Του, δεν παρακολουθήσαμε τη γέννηση όπως οι μάγοι ή όπως οι βοσκοί, δεν ακολουθήσαμε τη φυγή στην Αίγυπτο, δεν τον ακούσαμε να μιλά, δεν τον είδαμε να εκφράζει την αγάπη του προς τον άνθρωπο με το να τον  ελευθερώνει από την αρρώστια, από τα δαιμόνια, από την αμαρτία. Αφέονταί σοι αι αμαρτίαι.
Δεν είδαμε, άρα δεν έγιναν όλα αυτά στην πραγματικότητα; Δεν ήρθε στη γη; Δεν σταυρώθηκε για μας; Πού το ξέρουμε; Γιατί το πιστεύουμε; Οι πατέρες ημών είπαν, τα ευαγγέλια είπαν, ο Ιωάννης λέει και ο εωρακώς μεμαρτύρηκε και αληθινή εστίν η μαρτυρία. Έχουμε εμπιστοσύνη στον Ιωάννη. Είδε και μαρτυρεί αληθινά.
Όλη η μετέπειτα πορεία του χριστιανισμού δεν είναι τίποτε άλλο παρά απόδειξη της έλευσης του Θεού στον κόσμο στη συγκεκριμένη στιγμή, επί Ποντίου Πιλάτου. Εισήλθε στην ιστορία ο αναμενόμενος και για μας την έκοψε στα δυο, ονομάσαμε προ Χριστού και μετά Χριστόν τις ιστορικές περιόδους.
Πιστεύσαντες. Πίστις εστίν ελπιζομένων υπόστασις, άρα αναφέρεται στο μέλλον αλλά και πραγμάτων έλεγχος μη βλεπομένων, στο παρόν και στο παρελθόν. Ελπίζουμε πως υπάρχουν, ελπίζουμε στη Δευτέρα παρουσία του, ελπίζουμε στη δικαιοσύνη του, ελπίζουμε στην αγάπη του. Δεν τα βλέπουμε και όμως μπορούμε να τα ελέγξουμε, να αποδεχτούμε την εγκυρότητά τους. Η  πίστις μπορεί να είναι άμεση, απλή, δοσμένη στις μακάριες εκείνες ψυχές που αποδέχονται ταπεινά και πιστεύουν. Είναι όμως και εκείνοι που ύστερα από μια μακρά πορεία συνειδητοποιούν την άγνοιά τους, τη μικρότητά τους, το αδύνατο της λογικής τους, και υπερβαίνουν με ένα άλμα τη λογική, αφού συνειδητοποίησαν πως έφτασαν στα όριά της. Αυτοί είναι οι φιλόσοφοι. Αρχή σοφίας φόβος Κυρίου. Εν οίδα ότι έν οίδα.
Μακάριοι οι μη ιδόντες και πιστεύσαντες πως ήρθε στον κόσμο το δεύτερο πρόσωπο της αγίας τριάδας, ο Υιός, που μας ένωσε με τον Πατέρα και μας δώρισε την υιοθεσία, μας έκαμε κι εμάς γιους του Πατρός και αδελφούς του. Τώρα έρχεται σωματικά στη γη. Εκ Πνεύματος Αγίου και Μαρίας της Παρθένου. Ότε ήρθε το πλήρωμα του χρόνου.  
Το πλήρωμα του χρόνου είναι και χρονική στιγμή μέσα στην Ιστορία, είναι όμως και πλήρωμα εντός ημών, όριο και μέσα μας, όχι χρονικό όσο υπαρξιακό. Οδηγημένοι από τα αδιέξοδα, από τον προβληματισμό, από τη συνείδηση της κενότητας μέσα μας, με τον τρόπο που ζούμε, με τον τρόπο που σκεφτόμαστε, με την οίηση του ψευδογνωρίζοντος, φτάνουμε σιγά σιγά , αργά αργά , σταδιακά και με τα χρόνια στο πλήρωμα του χρόνου, στη συνειδητοποίηση της ανάγκης για τη γέννηση του Χριστού μέσα μας.
Ο Χριστός είναι μέσα μας. Είναι ο εγγεγραμμένος εντός ημών. Αν δεν ήταν δεν θα τον αναζητούσαμε. Αν δεν ήταν  μέσα μας δεν θα είχαμε την έλλειψή του. Είναι μέσα μας, γιατί το σώμα του ανθρώπου ναός του εν ημίν πνεύματός εστιν. Είμαστε ο ναός Του. ΄Αρα, όταν φτάσει η ώρα, το πλήρωμα του χρόνου, τον γεννούμε, τον φέρνουμε στο φως. Και τον φανερώνουμε με τον απλό αληθινό μας λόγο και με τις πράξεις της αγάπης μας. Ο Χριστός είναι αγάπη. Ο Χριστός είναι ταπείνωση, λόγος απλός, για να τον καταλαβαίνουν οι άνθρωποι.
Λόγος και Πράξη. Λόγος παραβολικός, ο έχων ώτα ακούειν ακουέτω. Να η προϋπόθεση. Έχω τα αυτιά, αλλά πρέπει και να θέλω να ακούω, να καταλαβαίνω, να συλλαμβάνω, να δέχομαι μέσα μου το σπόρο σαν το γόνιμο έδαφος, ειδ’ άλλως είναι και τα ζιζάνια, είναι και τα πετεινά του ουρανού και ο λόγος χάνεται, εξαφανίζεται. Υπήρξε ο λόγος, δεν του έγινε όμως η σωστή εκμετάλλευση.
Και τον δέχομαι όταν είμαι κατάλληλα προετοιμασμένος, αφού καλλιεργήσω τον αγρό, αφού ετοιμάσω το χώμα, αφού ξεριζώσω τα ζιζάνια. Όλα εξαρτώνται από το ανθρώπινο πρόσωπο, που θέλει ν’ ακούσει και να γεννήσει το λόγο και να εφαρμόσει τα νοήματα.