Παρασκευή, 20 Μαΐου 2011

Τι έκανες στον πόλεμο μπαμπά;


Τι έκανες στον πόλεμο μπαμπά;
του Στέλιου Παπαντωνίου

Τι έκανες στον πόλεμο μπαμπά; Αυτή θα μπορούσε να είναι η ερώτηση κάθε παιδιού στον πατέρα του για τα τελευταία έστω πενήντα χρόνια της επί γης παρουσίας του στην Κύπρο.  Γιατί έτσι κι αλλιώς η Κύπρος βρίσκεται σε εμπόλεμη κατάσταση εδώ και πενήντα τόσα χρόνια, έστω κι αν άλλα εμφανίζει η βιτρίνα. Ο πόλεμος συνεχίζεται από το 1955 ως σήμερα και δε λέει να τελειώσει, για ένα λαό που δεν υπήρξε πολεμοχαρής, αντίθετα ήταν ειρηνικός, εργατικός, τίμιος, καλός νησιώτης.

Κι όμως αυτός ο λαός πάλεψε με τα δόντια για να επιτύχει την ένωση της Κύπρου με την Ελλάδα. 1955-59. Όλος ένας ήλιος το πρόσωπό του, όλος περηφάνια βαδίζει στα κρησφύγετα, στο ικρίωμα της αγχόνης, στις διαδηλώσεις της δακρυγόνου.

Αλλ΄ ιδού άγγελος Σατάν, από την Αγγλιτέρα, να εμβάλλει μίσος και να σπέρνει ακάνθας  και τριβώλους, και ιδού σχέδια επί σχεδίων. Το 1960 λέει ο λαός μας ν’ αναπαυτεί λιγάκι, να νοικοκυρευτεί, ν’ ανοίξει το καινούριο σπιτικό  του μαζί με τους γείτονες, τους αλλόφυλους, τους αλλόθρησκους, τους αλλόγλωσσους αλλά γείτονες και μάλιστα καλούς, τόσα χρόνια μαζί και στους γάμους και στα σουνέτια και στις κηδείες. Τα έζησε πραγματικά και δεν είναι ψέμα ούτε καμιά προπαγάνδα, τα έζησε με το Σιεφκέτι το γιατρό, με τη μικρή Αϊσέ. Το 1960 δεχόμαστε το συμβιβασμό, πρώτο και δυστυχώς όχι τελευταίο. Ήταν λανθασμένη η εκκίνηση, λεν οι ειδήμονες, ήταν λανθασμένη η πορεία, λεν οι ειδικοί, λανθασμένα τα κεφάλια σας, λέει ο λαός, που πάλεψε και θυσιάστηκε.

Κι εκεί που λέγαμε να νοικοκυρευτούμε, να μπούμε κι εμείς στο χορό των κρατών, λίγο η νηπιακή μας ηλικία, λίγο οι μεγάλες τρικλοποδιές, λίγο απ’ όλα και πάλι ο λαός στο μετερίζι, 1963, ενωμένος μπροστά στον οργανωμένο Τούρκο, στον προσχεδιασμένο για διχοτόμηση, στον αυτοαπομονωνόμενο και πάντα διαμαρτυρόμενο γιατί πιέζεται και του καταπατούνται τα δικαιώματα και σφαγιάζεται, όλα σχεδιασμένα και τώρα πια πλήρως αποκεκαλυμμένα.

Κι εμείς, να προστατεύσουμε την Κυπριακή Δημοκρατία, να νυχτοξημερωνόμαστε στα φυλάκια, ό, τι καλό έκαμε ο κυπριακός λαός το έκαμε όταν δεν ήταν οργανωμένος όπως δημόσιος υπάλληλος. Από ψυχής έδινε, από την αστείρευτη ανθρωπιά και το φιλότιμο του απλού καλού καγαθού.

1963- 64  ως 1973- 74  χιλιάδες μέλισσες έστελνε ο Ονήσιλος κι όλες ψοφήσανε πάνω στο παχύ μας δέρμα, λίγο ο ένας λίγο ο άλλος, καθένας με τα καπετανάτα του, γιατί αυτός κι όχι εγώ, γιατί να μη γίνει ένωση και να γίνει ανεξαρτησία, γιατί να κυβερνάς εσύ κι όχι εγώ; Ποιος πάει για το καλύτερο ο Θεός ξέρει. Κι έτσι αλληλοσφαγμένοι ,  νόμιμοι και παρανομούντες,  βρεθήκαμε στο ίδιο μεγάλο καζάνι να βράζουμε και να πίνουμε το ζουμί μας, χολήν και όξος. Κι ο τόπος πορευόταν στον γκρεμό.

Στο μεταξύ το 1967 μέγα κακό βρίσκει την Ελλάδα, οι δικτάτορες θέλουν διά της βίας να σώσουν τη χώρα, να σώσουν κι εμάς, με τα εδώ παρακλάδια τους και τα παλιοτόμαρά μας. Ώσπου έρχεται η μεγάλη διαταγή, 1974 , να πέσει ο Μακάριος, δεν ήταν νομάρχης επαρχίας,  μα έπρεπε να υπακούσει στα μεγάλα  αγύριστα κεφάλια της κουφότητας. Άφρον πραξικόπημα.  

Κι η κόκκινη σημαία να καραδοκεί, να μπαίνει στα καράβια,  άλλα τα όνειρα του πατέρα σου τόσα χρόνια, να δει ελληνικό καράβι στον ορίζοντα κι ας ήταν προ Χριστού τριήρης, μα ήμασταν μακριά, έπρεπε να σωθεί το λεκανοπέδιο.

1974, στην καρδιά του καλοκαιριού, αποβιβάζονται οι οχτροί  εκεί που κολυμπούσαμε στον παράδεισο, εκεί που γεννιόταν το φως της ομορφιάς και της ευγένειας του Πενταδάχτυλου. Το αίμα ρέει, οι άνθρωποι ξεκοιλιάζονται, η καρδιά ραγίζει, σπάζει, νεκρώνεται, να σώσουμε τα παιδιά, τη νέα γενιά, να θυμάται, να μην ξεχάσει τους τόπους μας, την ορθόδοξη ελληνικότητά μας, τους ναούς και τις εστίες μας. Η νέα γενιά. Αυτή που μας ρωτά συνεχώς και δεν ξέρουμε πια τι να πούμε. Τι έκανες στον πόλεμο μπαμπά;

Στ’ αεροδρόμιο του Ελληνικού χορεύουν υποδεχόμενοι τη Δημοκρατία, κι εμείς εδώ, με δυο καντάρια στο λαιμό να πνιγόμαστε.

Έκτοτε, αγνοούμενοι να αγνοούνται, εγκλωβισμένοι στον εγκλεισμό τους κι οι πρόσφυγες στην άνετη προσωρινότητά τους, πλούσιοι επτώχευσαν και επείνασαν, πένητες έγιναν εκατομμυριούχοι, ένα πέπλο αδικίας κατακαθίζει στα σωθικά των από βορρά, παθόντων και ταφέντων.  

Το 1983 ο Πενταδάχτυλος ανακηρύσσεται «τουρκοκυπριακό κρατίδιο», ο Οηές διαγιγνώσκει καρκινοπάθεια.  Με 40 χιλιάδες Τούρκους στρατιώτες και με 160 χιλιάδες κουβαλητούς πώς να μην πάθει; Δυστυχώς όμως το καρκίνωμα μεγαλώνει, απλώνει πλοκάμια με τη βοήθεια της μάνας του που τον θρέφει, ένας καημός να σώσουμε τον Πενταδάχτυλο.

Στο μεταξύ στα μαγειρεία ετοιμάζονται σχέδια, σερβίρονται σε πιάτα εργοστασίων διεθνούς φήμης και τον Απρίλη του 2004 μας καλούν να γευτούμε, ευχαριστώ δεν παίρνουμε, ήταν θανατερά μανιτάρια, τ’ απορρίψαμε στην πλειονότητά μας. Εκεί που λες πως ο λαός κοιμάται, πάλι πετιέται με την ψυχή στο στόμα, γιγαντώνεται.

Κατά την Πρωτομαϊάν του αυτού έτους γινόμαστε πλήρες μέλος της Ευρώπης. Αυτό, παιδί μου, να μην το ξεχνάς. Ό, τι κι αν έκαμα στον πόλεμο, εσύ να κοιτάς τα συμφέροντα του τόπου, να διεκδικείς τα δικαιώματά σου και τα δικαιώματά μας και να μην κάνεις πίσω. Όπως όλοι οι άνθρωποι, όπως όλοι οι Ευρωπαίοι έχουμε δικαίωμα και στον ήλιο και στο φως. Κι αυτό κανείς δεν μπορεί να μας το πάρει, αν δεν το επιτρέψουμε εμείς. Καλή χρονιά. Αίσιο μέλλον.